Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένα συναίσθημα φαίνεται να καταλαμβάνει όλο τον εσωτερικό χώρο. Ο θυμός μπορεί να γίνει τόσο έντονος ώστε να ειπωθούν πράγματα που αργότερα προκαλούν ενοχή. Το άγχος μπορεί να οδηγήσει σε συνεχή έλεγχο και αποφυγή. Η θλίψη μπορεί να φέρει απόσυρση, ενώ ο φόβος της απόρριψης μπορεί να μετατρέψει μια μικρή απόσταση σε μια σχέση σε βεβαιότητα εγκατάλειψης.
Σε άλλες περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο. Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι τα συναισθήματά του είναι υπερβολικά έντονα, αλλά ότι δεν μπορεί να τα αναγνωρίσει ή να τα εκφράσει. Μπορεί να αντιλαμβάνεται κυρίως σωματική ένταση, κούραση, εκνευρισμό ή ένα αίσθημα κενού, χωρίς να μπορεί να συνδέσει αυτές τις εμπειρίες με ένα συγκεκριμένο συναίσθημα.
Η συναισθηματική ρύθμιση αφορά τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες επηρεάζουμε ποια συναισθήματα βιώνουμε, πότε εμφανίζονται, πόσο έντονα γίνονται και με ποιον τρόπο τα εκφράζουμε. Δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα πρέπει να εξαφανίζονται ή να βρίσκονται πάντοτε υπό πλήρη έλεγχο. Σημαίνει περισσότερο ότι μπορούμε να τα αναγνωρίζουμε, να τα αντέχουμε και να επιλέγουμε τον τρόπο με τον οποίο θα ανταποκριθούμε, χωρίς να χρειάζεται ούτε να παρασυρόμαστε πλήρως από αυτά ούτε να τα αποκόπτουμε από την εμπειρία μας (McRae & Gross, 2020).
Η ρύθμιση δεν είναι το ίδιο με την καταπίεση
Στην καθημερινή γλώσσα, η «διαχείριση των συναισθημάτων» μπορεί να ακούγεται σαν απαίτηση να είμαστε ήρεμοι, λογικοί και ελεγχόμενοι ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί απαραίτητα υγιή συναισθηματική ρύθμιση.
Κάποιος μπορεί να φαίνεται εξωτερικά ήρεμος, ενώ εσωτερικά βιώνει έντονο φόβο, θυμό ή ντροπή. Μπορεί να έχει μάθει να μη δείχνει τι αισθάνεται, να μη ζητά βοήθεια και να αποφεύγει οποιαδήποτε έκφραση ευαλωτότητας. Η εξωτερική απουσία συναισθήματος δεν σημαίνει επομένως ότι το συναίσθημα έχει υποχωρήσει ή έχει επεξεργαστεί.
Η καταπίεση ή απόκρυψη της έκφρασης μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες περιστάσεις. Για παράδειγμα, ίσως είναι αναγκαίο να συγκρατήσει κάποιος προσωρινά την αντίδρασή του σε μια επαγγελματική συνάντηση ή σε μια κατάσταση όπου δεν αισθάνεται ασφαλής. Όταν όμως η απόκρυψη αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη στρατηγική, μπορεί να αυξήσει την εσωτερική ένταση και να δυσκολεύει τη σύνδεση με τους άλλους.
Η ρύθμιση δεν σημαίνει «δεν πρέπει να θυμώνω» ή «δεν πρέπει να στενοχωριέμαι». Σημαίνει ότι μπορώ να αναγνωρίσω το συναίσθημα, να κατανοήσω τι μου δείχνει και να επιλέξω πώς θα δράσω.
Τα συναισθήματα δεν είναι προβλήματα που πρέπει πάντα να λύνονται
Τα συναισθήματα μεταφέρουν πληροφορίες.
Ο φόβος μπορεί να μας προειδοποιεί για κίνδυνο. Ο θυμός μπορεί να δείχνει ότι ένα όριο παραβιάστηκε ή ότι μια ανάγκη δεν ακούστηκε. Η θλίψη μπορεί να συνδέεται με απώλεια ή απογοήτευση. Η ενοχή μπορεί να μας κινητοποιεί να επανορθώσουμε μια πράξη που συγκρούεται με τις αξίες μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε συναίσθημα αποτελεί ακριβή περιγραφή της πραγματικότητας. Μπορεί κάποιος να αισθάνεται φόβο χωρίς να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ή ενοχή χωρίς να έχει κάνει κάτι επιλήψιμο. Το συναίσθημα είναι πραγματικό ως εμπειρία, αλλά η ερμηνεία του χρειάζεται να εξετάζεται.
Η υγιής ρύθμιση δεν απορρίπτει το συναίσθημα ούτε το αντιμετωπίζει ως απόλυτη αλήθεια. Δημιουργεί έναν χώρο ανάμεσα στο:
«Αισθάνομαι ότι θα με εγκαταλείψουν»
και στο:
«Το γεγονός ότι φοβάμαι την εγκατάλειψη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτή συμβαίνει τώρα.»
Αυτός ο χώρος επιτρέπει στο άτομο να επεξεργαστεί το συναίσθημα πριν αντιδράσει.
Πώς ρυθμίζουμε τα συναισθήματα
Η συναισθηματική ρύθμιση δεν είναι μία συγκεκριμένη τεχνική. Μπορεί να συμβεί σε διαφορετικά σημεία της εμπειρίας.
Κάποιος μπορεί:
- να επιλέξει να απομακρυνθεί από μια κατάσταση που γνωρίζει ότι είναι επιβαρυντική,
- να αλλάξει κάτι πρακτικό μέσα στην κατάσταση,
- να στρέψει την προσοχή του αλλού για λίγο,
- να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει ένα γεγονός,
- να μιλήσει με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται,
- να επιτρέψει στο συναίσθημα να υπάρχει χωρίς να προσπαθήσει αμέσως να το εξαφανίσει,
- να περιορίσει προσωρινά τον τρόπο έκφρασής του,
- να δώσει χρόνο στο σώμα να επανέλθει πριν πάρει μια σημαντική απόφαση.
Το μοντέλο των McRae και Gross (2020) περιγράφει τη ρύθμιση ως μια διαδικασία που περιλαμβάνει την αναγνώριση της ανάγκης για ρύθμιση, την επιλογή μιας στρατηγικής, την εφαρμογή της και την παρακολούθηση του αν αυτή λειτουργεί.
Αυτό σημαίνει ότι η δυσκολία μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά σημεία. Κάποιος μπορεί να μην αναγνωρίζει τι αισθάνεται. Ένας άλλος να καταλαβαίνει το συναίσθημα, αλλά να διαθέτει μόνο μία στρατηγική. Κάποιος τρίτος μπορεί να προσπαθεί να ρυθμίσει το συναίσθημα, αλλά να συνεχίζει την ίδια αντίδραση ακόμη και όταν βλέπει ότι δεν τον βοηθά.
Δεν υπάρχουν πάντοτε «καλές» και «κακές» στρατηγικές
Ορισμένες στρατηγικές, όπως η αποδοχή και η γνωστική επανεκτίμηση, συνδέονται συχνά με καλύτερη ψυχική υγεία. Άλλες, όπως η επίμονη αποφυγή, η μηρυκαστική σκέψη και η χρόνια καταπίεση, συνδέονται συχνότερα με ψυχολογική δυσφορία.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή ώστε μια στρατηγική να θεωρείται πάντοτε καλή και μια άλλη πάντοτε βλαβερή.
Η απόσπαση της προσοχής μπορεί να είναι χρήσιμη όταν η ένταση είναι προσωρινά πολύ μεγάλη, αλλά να γίνεται προβληματική όταν χρησιμοποιείται για να αποφεύγεται διαρκώς ένα σημαντικό ζήτημα. Η επανεκτίμηση μιας κατάστασης μπορεί να βοηθήσει όταν δεν μπορούμε να την αλλάξουμε, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε τρόπο υποβάθμισης ενός πραγματικού προβλήματος που χρειάζεται πρακτική αντιμετώπιση.
Η έρευνα έχει προτείνει ότι η αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής εξαρτάται σε κάποιον βαθμό από το κατά πόσο ταιριάζει στις απαιτήσεις της κατάστασης. Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα δεν είναι απολύτως σταθερά: μια πρόσφατη προεγγεγραμμένη μελέτη δεν αναπαρήγαγε πλήρως ορισμένα από τα αρχικά ευρήματα για τη στρατηγική που ταιριάζει στην κατάσταση. Επομένως, η ευελιξία αποτελεί χρήσιμη κλινική ιδέα, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται σαν ένας απλός ή οριστικά επιβεβαιωμένος κανόνας (Haines et al., 2016; Paul et al., 2023; Willroth et al., 2025).
Όταν το συναίσθημα φαίνεται υπερβολικά έντονο
Η δυσκολία στη συναισθηματική ρύθμιση μπορεί να εμφανίζεται ως γρήγορη και έντονη κλιμάκωση.
Μια μικρή κριτική μπορεί να προκαλεί αίσθημα βαθιάς απόρριψης. Μια καθυστέρηση στην απάντηση ενός μηνύματος μπορεί να μετατρέπεται σε βεβαιότητα ότι η σχέση τελειώνει. Μια διαφωνία μπορεί να βιώνεται σαν ολοκληρωτική απειλή για τη σύνδεση με τον άλλον.
Σε τέτοιες στιγμές, η ένταση του συναισθήματος περιορίζει τη δυνατότητα επεξεργασίας πληροφοριών. Το άτομο μπορεί να στείλει επανειλημμένα μηνύματα, να αποσυρθεί απότομα, να ξεσπάσει ή να αναζητήσει άμεση διαβεβαίωση. Η αντίδραση μπορεί να μειώσει προσωρινά την αβεβαιότητα, αλλά αργότερα να δημιουργήσει ενοχή, σύγκρουση ή νέα ανασφάλεια.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος αισθάνεται περισσότερο από όσο πρέπει. Η ένταση μπορεί να έχει ιστορία και νόημα. Η θεραπευτική δουλειά αφορά το πώς μπορεί να αναγνωρίζει νωρίτερα την κλιμάκωση και να δημιουργεί περισσότερο χρόνο ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πράξη.
Όταν το συναίσθημα δεν μπορεί να αναγνωριστεί
Η δυσκολία στη ρύθμιση δεν εμφανίζεται μόνο ως συναισθηματική έκρηξη.
Μπορεί να εκδηλώνεται και ως αποσύνδεση.
Κάποιος μπορεί να λέει ότι δεν αισθάνεται τίποτα, αλλά να έχει συνεχείς πονοκεφάλους, ένταση στους μύες, δυσκολία στον ύπνο ή ανεξήγητο εκνευρισμό. Μπορεί να καταλαβαίνει ότι κάτι τον επηρεάζει, αλλά να μην μπορεί να διακρίνει αν αισθάνεται φόβο, θυμό, ντροπή ή θλίψη.
Άλλοτε το συναίσθημα γίνεται αντιληπτό μόνο όταν έχει φτάσει σε πολύ υψηλή ένταση. Ο άνθρωπος μπορεί να μην παρατηρεί τον σταδιακό εκνευρισμό, μέχρι τη στιγμή που ξεσπά. Μπορεί να μη συνειδητοποιεί τη θλίψη, μέχρι να μην έχει πλέον ενέργεια να λειτουργήσει.
Η αναγνώριση και η ονομασία του συναισθήματος δεν το εξαφανίζουν, αλλά μπορούν να το κάνουν περισσότερο επεξεργάσιμο. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη ενός πιο διαφοροποιημένου συναισθηματικού λεξιλογίου και στην κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στο σώμα, στη σκέψη και στο συναίσθημα.
Οι πεποιθήσεις μας για τα συναισθήματα
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ένα συναίσθημα επηρεάζεται και από όσα πιστεύουμε γι’ αυτό.
Κάποιος μπορεί να έχει μάθει:
«Αν αρχίσω να κλαίω, δεν θα μπορέσω να σταματήσω.» «Ο θυμός με κάνει κακό άνθρωπο.» «Αν δείξω ότι φοβάμαι, θα θεωρηθώ αδύναμος.» «Τα συναισθήματα δεν αλλάζουν, απλώς πρέπει να τα υπομένεις.»
Όταν το συναίσθημα θεωρείται ανεξέλεγκτο ή επικίνδυνο, η παρουσία του μπορεί να προκαλεί έναν δεύτερο κύκλο φόβου. Δεν υπάρχει μόνο θλίψη, αλλά φόβος απέναντι στη θλίψη. Δεν υπάρχει μόνο θυμός, αλλά ντροπή επειδή εμφανίστηκε ο θυμός.
Μετα-ανάλυση των Kim et al. (2024) έδειξε ότι η πεποίθηση πως τα συναισθήματα μπορούν να μεταβληθούν συνδέεται με συχνότερη χρήση στρατηγικών όπως η επανεκτίμηση και με λιγότερη αποφυγή. Τα δεδομένα είναι κυρίως συσχετιστικά και δεν σημαίνουν ότι αρκεί κάποιος να πιστέψει θετικά, αλλά δείχνουν ότι οι πεποιθήσεις για τα συναισθήματα μπορεί να αποτελούν μέρος του τρόπου με τον οποίο τα ρυθμίζουμε.
Η συναισθηματική ρύθμιση αναπτύσσεται μέσα στις σχέσεις
Η ικανότητα ρύθμισης δεν αναπτύσσεται αποκλειστικά μέσα στο άτομο.
Στα πρώτα χρόνια της ζωής, το παιδί βασίζεται στους ανθρώπους που το φροντίζουν για να ηρεμήσει, να οργανώσει την εμπειρία του και να καταλάβει τι αισθάνεται. Μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες, μπορεί σταδιακά να εσωτερικεύσει την αίσθηση ότι η ένταση είναι ανεκτή, ότι η βοήθεια είναι διαθέσιμη και ότι ένα συναίσθημα μπορεί να περάσει χωρίς να καταστρέψει τη σχέση.
Όταν οι συναισθηματικές ανάγκες αντιμετωπίζονται συστηματικά με απόρριψη, φόβο ή αστάθεια, μπορεί να αναπτυχθούν διαφορετικοί τρόποι προστασίας. Κάποιος μπορεί να εντείνει την έκφραση του συναισθήματος ώστε να εξασφαλίσει την προσοχή του άλλου. Κάποιος άλλος μπορεί να περιορίσει τις ανάγκες και την έκφρασή του ώστε να μειώσει τον κίνδυνο απόρριψης.
Οι Mikulincer και Shaver (2019) περιγράφουν αντίστοιχα υπερενεργοποιητικές και απενεργοποιητικές στρατηγικές που συνδέονται με ανασφαλείς προσανατολισμούς προσκόλλησης. Συστηματική ανασκόπηση ενηλίκων βρήκε επίσης συσχετίσεις μεταξύ των αναπαραστάσεων προσκόλλησης και διαφορετικών προτύπων συναισθηματικής ρύθμισης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η προσκόλληση καθορίζει με αμετάβλητο τρόπο τη μετέπειτα ζωή (Eilert & Buchheim, 2023).
Μια ψυχοδυναμική κατανόηση
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση εξετάζει όχι μόνο ποια στρατηγική χρησιμοποιεί κάποιος, αλλά και γιατί ορισμένα συναισθήματα έχουν γίνει ιδιαίτερα δύσκολα ή απειλητικά.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται να εκφράσει θυμό επειδή έχει συνδέσει τη διαφωνία με τον κίνδυνο απώλειας της σχέσης. Ένας άλλος μπορεί να μετατρέπει τον θυμό σε αυτοκριτική, επειδή το να στρέψει τη δυσαρέσκειά του προς τους άλλους βιώνεται ως απαγορευμένο.
Η ανάγκη για φροντίδα μπορεί να καλύπτεται από εκνευρισμό. Η θλίψη μπορεί να εκφράζεται μέσα από κόπωση. Ο φόβος της απόρριψης μπορεί να οδηγεί σε έλεγχο ή απόσταση πριν προλάβει ο άλλος να απομακρυνθεί.
Ο στόχος δεν είναι να βρεθεί μια μοναδική κρυμμένη εξήγηση πίσω από κάθε συναίσθημα. Είναι να γίνει κατανοητό πώς διαμορφώθηκαν οι συγκεκριμένοι τρόποι προστασίας, σε ποιες συνθήκες ήταν κάποτε χρήσιμοι και πώς μπορεί σήμερα να περιορίζουν τη ζωή και τις σχέσεις του ανθρώπου.
Μέσα στη θεραπευτική σχέση, τα συναισθήματα δεν αποτελούν μόνο αντικείμενο συζήτησης. Μπορούν να αναγνωριστούν και να επεξεργαστούν τη στιγμή που εμφανίζονται: ο φόβος της κριτικής, η δυσκολία να ζητηθεί βοήθεια, η ντροπή, ο θυμός ή η ανησυχία ότι ο άλλος θα απομακρυνθεί.
Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία
Η συναισθηματική ρύθμιση θεωρείται διαγνωστικά εγκάρσια διαδικασία, καθώς δυσκολίες σε αυτήν εμφανίζονται σε διαφορετικά προβλήματα ψυχικής υγείας και όχι μόνο σε μία διάγνωση.
Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2024 βρήκε ότι η βελτίωση της συναισθηματικής ρύθμισης κατά τη θεραπεία συνδέεται με μείωση της ψυχολογικής δυσφορίας σε συναισθηματικές διαταραχές (Antuña-Camblor et al., 2024). Μια ευρύτερη ανασκόπηση ανασκοπήσεων κατέληξε ότι παρεμβάσεις όπως η γνωσιακή-συμπεριφορική και η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία μπορούν να μειώσουν τις δυσκολίες συναισθηματικής ρύθμισης σε διαφορετικούς πληθυσμούς, ενώ για άλλες προσεγγίσεις τα δεδομένα είναι υποσχόμενα αλλά λιγότερο εκτενή (Saccaro et al., 2024).
Οι Iwakabe et al. (2023) βρήκαν ότι τόσο οι δομημένες παρεμβάσεις εκμάθησης δεξιοτήτων όσο και οι περισσότερο βιωματικές, εστιασμένες στο συναίσθημα θεραπευτικές μέθοδοι συνδέονται με βελτιώσεις στη ρύθμιση. Αυτό υποστηρίζει την ιδέα ότι η αλλαγή μπορεί να προκύψει τόσο μέσα από τη συνειδητή εκμάθηση νέων τρόπων αντιμετώπισης όσο και μέσα από την ασφαλή βίωση και επεξεργασία συναισθημάτων στη θεραπευτική σχέση.
Η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο:
- να αναγνωρίζει νωρίτερα τι αισθάνεται,
- να διακρίνει διαφορετικά συναισθήματα,
- να κατανοεί τις σωματικές ενδείξεις της κλιμάκωσης,
- να αυξήσει το εύρος των διαθέσιμων αντιδράσεων,
- να μειώσει την αποφυγή και την αυτόματη καταπίεση,
- να εκφράζει ανάγκες και όρια πιο άμεσα,
- να αντέχει ένα συναίσθημα χωρίς να χρειάζεται να δράσει αμέσως,
- να διερευνήσει το σχεσιακό και προσωπικό νόημα της αντίδρασής του.
Πότε είναι χρήσιμο να ζητηθεί βοήθεια
Μια ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν:
- τα συναισθήματα κλιμακώνονται πολύ γρήγορα,
- υπάρχουν συχνά ξεσπάσματα ή παρορμητικές αντιδράσεις,
- ο άνθρωπος αισθάνεται διαρκώς συναισθηματικά μουδιασμένος,
- η αποφυγή των συναισθημάτων περιορίζει τις σχέσεις και τις επιλογές του,
- χρειάζεται συνεχώς διαβεβαίωση για να ηρεμήσει,
- η αυτοκριτική και η ντροπή εμφανίζονται μετά από κάθε έντονη αντίδραση,
- δυσκολεύεται να εκφράσει ανάγκες και όρια,
- οι σχέσεις επηρεάζονται από επαναλαμβανόμενους κύκλους έντασης και απόσυρσης,
- τα συναισθήματα αντιμετωπίζονται κυρίως μέσα από ουσίες, επικίνδυνες συμπεριφορές ή αυτοβλάβη.
Μέσα από την ψυχοθεραπεία για τη συναισθηματική ρύθμιση μπορεί να διερευνηθεί τόσο ο τρόπος με τον οποίο ένα συναίσθημα κλιμακώνεται όσο και το προσωπικό και σχεσιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει αποκτήσει τη συγκεκριμένη ένταση.
Ο στόχος δεν είναι να μην αισθάνεται κάποιος θυμό, φόβο ή θλίψη. Είναι να μπορεί να παραμένει σε επαφή με την εμπειρία του χωρίς να χάνει την αίσθηση επιλογής και χωρίς να χρειάζεται να αποκόψει όσα αισθάνεται.
Βιβλιογραφία
Antuña-Camblor, C., Gómez-Salas, F. J., Burgos-Julián, F. A., González-Vázquez, A., Juarros-Basterretxea, J., & Rodríguez-Díaz, F. J. (2024). Emotional regulation as a transdiagnostic process of emotional disorders in therapy: A systematic review and meta-analysis. Clinical Psychology & Psychotherapy, 31(3), Article e2997. https://doi.org/10.1002/cpp.2997
Eilert, D. W., & Buchheim, A. (2023). Attachment-related differences in emotion regulation in adults: A systematic review on attachment representations. Brain Sciences, 13(6), Article 884. https://doi.org/10.3390/brainsci13060884
Haines, S. J., Gleeson, J., Kuppens, P., Hollenstein, T., Ciarrochi, J., Labuschagne, I., Grace, C., & Koval, P. (2016). The wisdom to know the difference: Strategy-situation fit in emotion regulation in daily life is associated with well-being. Psychological Science, 27(12), 1651-1659. https://doi.org/10.1177/0956797616669086
Iwakabe, S., Nakamura, K., & Thoma, N. C. (2023). Enhancing emotion regulation. Psychotherapy Research, 33(7), 918-945. https://doi.org/10.1080/10503307.2023.2183155
Kim, Y., Kim, S., & Yoon, S. (2024). Emotion malleability beliefs matter in emotion regulation: A comprehensive review and meta-analysis. Cognition and Emotion, 38(6), 841-856. https://doi.org/10.1080/02699931.2024.2334833
McRae, K., & Gross, J. J. (2020). Emotion regulation. Emotion, 20(1), 1-9. https://doi.org/10.1037/emo0000703
Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2019). Attachment orientations and emotion regulation. Current Opinion in Psychology, 25, 6-10. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2018.02.006
Paul, S., Pruessner, L., Strakosch, A. M., Miano, A., Schulze, K., & Barnow, S. (2023). Examining the strategy-situation fit of emotion regulation in everyday social contexts. Emotion, 23(7), 1971-1984. https://doi.org/10.1037/emo0001209
Saccaro, L. F., Giff, A., Menduni De Rossi, M., & Piguet, C. (2024). Interventions targeting emotion regulation: A systematic umbrella review. Journal of Psychiatric Research, 174, 263-274. https://doi.org/10.1016/j.jpsychires.2024.04.025
Willroth, E. C., Young, G., Ford, B. Q., Troy, A., Swierzewicz, D., & Mauss, I. B. (2025). Preregistered direct replication and extension of The wisdom to know the difference: Strategy-situation fit in emotion regulation in daily life is associated with well-being. Psychological Science, 36(5), 367-383. https://doi.org/10.1177/09567976251335567
Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη ψυχολογική, ψυχιατρική ή ιατρική αξιολόγηση.
Πλοήγηση άρθρων
Κρίση πανικού: τι συμβαίνει στο σώμα και τι βοηθά
Γιατί η κρίση πανικού μοιάζει τόσο επικίνδυνη, πώς δημιουργείται ο φόβος της επόμενης κρίσης και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.
Παλαιότερο άρθροΤραύμα και δύσκολες εμπειρίες: όταν το παρελθόν επιμένει
Τι διακρίνει μια δύσκολη εμπειρία από το ψυχικό τραύμα, πώς το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.
