Κρίση πανικού: τι συμβαίνει στο σώμα και τι βοηθά

Γιατί η κρίση πανικού μοιάζει τόσο επικίνδυνη, πώς δημιουργείται ο φόβος της επόμενης κρίσης και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.

# κρίση πανικού# άγχος# ψυχοθεραπεία

Μια κρίση πανικού σπάνια βιώνεται απλώς ως «έντονο άγχος». Τη στιγμή που συμβαίνει, μπορεί να μοιάζει περισσότερο με βεβαιότητα ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει στο σώμα: ότι η καρδιά δεν λειτουργεί σωστά, ότι η αναπνοή θα σταματήσει, ότι θα ακολουθήσει λιποθυμία ή ότι χάνεται ο έλεγχος.

Ακόμη και όταν οι ιατρικές εξετάσεις δεν δείχνουν κάποιο πρόβλημα, η εμπειρία παραμένει πραγματική. Οι παλμοί έχουν πράγματι αυξηθεί. Η αναπνοή έχει αλλάξει. Η ζάλη, το τρέμουλο και η εφίδρωση δεν είναι φανταστικά. Αυτό που μπορεί να είναι παραπλανητικό δεν είναι η σωματική αίσθηση, αλλά η σημασία που αποκτά εκείνη τη στιγμή: «Αυτό που νιώθω σημαίνει ότι κινδυνεύω».

Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού δεν αρκεί πάντα για να σταματήσουν οι κρίσεις. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει το πρώτο βήμα για να αρχίσει το σώμα να βιώνεται ξανά ως λιγότερο απρόβλεπτο και λιγότερο απειλητικό.

Τι είναι η κρίση πανικού;

Η κρίση πανικού είναι ένα αιφνίδιο κύμα έντονου φόβου ή δυσφορίας, το οποίο συνήθως κορυφώνεται γρήγορα. Μπορεί να εμφανιστεί σε μια στρεσογόνα κατάσταση, αλλά μερικές φορές μοιάζει να προκύπτει χωρίς εμφανή αιτία.

Στα πιθανά συμπτώματα περιλαμβάνονται οι γρήγοροι ή έντονοι καρδιακοί παλμοί, η δυσκολία στην αναπνοή, η πίεση στο στήθος, η ζάλη, το τρέμουλο, η εφίδρωση, η ναυτία, το μούδιασμα, τα ρίγη ή οι εξάψεις. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ένα αίσθημα αποσύνδεσης από τον εαυτό ή το περιβάλλον, καθώς και φόβος απώλειας του ελέγχου ή θανάτου.

Μια μεμονωμένη κρίση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος έχει διαταραχή πανικού. Η διαταραχή πανικού συνδέεται περισσότερο με επαναλαμβανόμενες κρίσεις, επίμονη ανησυχία για το πότε θα συμβεί η επόμενη και αλλαγές στη ζωή που γίνονται με σκοπό την αποφυγή της. Οι κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν ότι η παρουσία μίας κρίσης δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση και ότι χρειάζεται συνολική αξιολόγηση του ιστορικού, της λειτουργικότητας και πιθανών άλλων δυσκολιών (NICE, 2020).

Όταν το σώμα ενεργοποιεί συναγερμό

Το σώμα διαθέτει μηχανισμούς που μας προετοιμάζουν να αντιδράσουμε απέναντι σε έναν κίνδυνο. Οι παλμοί αυξάνονται, οι μύες σφίγγουν, η αναπνοή αλλάζει και η προσοχή στρέφεται προς οτιδήποτε μπορεί να αποτελεί απειλή.

Σε μια κρίση πανικού, αυτός ο συναγερμός ενεργοποιείται χωρίς να υπάρχει πάντοτε ένας σαφής εξωτερικός κίνδυνος. Η αντίδραση του σώματος μπορεί να είναι παρόμοια με εκείνη μιας πραγματικής απειλής, αλλά το άτομο δεν βλέπει γύρω του κάτι που να την εξηγεί. Έτσι, η προσοχή στρέφεται προς τα μέσα: στην καρδιά, στην αναπνοή, στη ζάλη ή σε μια παράξενη αίσθηση αποσύνδεσης.

Αυτό συχνά οδηγεί σε ακόμη στενότερη παρακολούθηση του σώματος. Η σύγχρονη έρευνα γύρω από την ενδοδεκτικότητα -τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τα εσωτερικά σήματα του σώματος- δείχνει ότι το άγχος συνδέεται όχι απλώς με μεγαλύτερη ευαισθησία στις σωματικές αισθήσεις, αλλά κυρίως με πιο αρνητική αξιολόγηση και πιο απειλητική ερμηνεία τους (Clemente et al., 2024).

Δεν σημαίνει, επομένως, ότι κάποιος με πανικό «ακούει καλύτερα» το σώμα του. Μπορεί να το ακούει μέσα από ένα φίλτρο κινδύνου.

Ο φόβος δεν προκαλείται μόνο από το σύμπτωμα

Δύο άνθρωποι μπορεί να αισθανθούν ακριβώς τον ίδιο γρήγορο παλμό. Ο ένας να σκεφτεί ότι ήπιε πολύ καφέ ή ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Ο άλλος να σκεφτεί: «Κάτι συμβαίνει στην καρδιά μου».

Η δεύτερη ερμηνεία είναι πιθανό να προκαλέσει περισσότερο φόβο. Ο φόβος αυξάνει ακόμη περισσότερο τους παλμούς, τη μυϊκή ένταση και τη δυσκολία στην αναπνοή. Οι εντονότερες αισθήσεις μοιάζουν στη συνέχεια να επιβεβαιώνουν την αρχική σκέψη ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Το γνωστικό μοντέλο του Clark (1986) περιγράφει αυτόν τον κύκλο ως καταστροφική παρερμηνεία των σωματικών αισθήσεων:

Σωματική αίσθηση -> απειλητική ερμηνεία -> αύξηση του φόβου -> εντονότερη σωματική αίσθηση.

Το μοντέλο παραμένει σημαντικό, επειδή εξηγεί γιατί μια αρχικά περιορισμένη σωματική μεταβολή μπορεί να εξελιχθεί σε πλήρη κρίση. Δεν σημαίνει, όμως, ότι ο άνθρωπος επιλέγει συνειδητά να σκέφτεται καταστροφικά ή ότι η κρίση είναι «απλώς μια σκέψη». Η ερμηνεία μπορεί να γίνεται σχεδόν αυτόματα, ιδιαίτερα μετά από προηγούμενες τρομακτικές εμπειρίες πανικού.

Όταν αρχίζει ο φόβος της επόμενης κρίσης

Μετά από μια πρώτη κρίση, το δυσκολότερο κομμάτι δεν είναι πάντα η ίδια η εμπειρία. Μπορεί να είναι η αβεβαιότητα σχετικά με το αν και πότε θα επαναληφθεί.

Ένας άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να παρακολουθεί την αναπνοή του, να μετρά τους παλμούς του ή να ελέγχει αν νιώθει ζάλη. Μια μικρή σωματική αλλαγή, που παλαιότερα θα περνούσε απαρατήρητη, μπορεί πλέον να λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα.

Παράλληλα, μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει μέρη ή καταστάσεις:

  • το μετρό ή την οδήγηση,
  • χώρους με πολύ κόσμο,
  • τη γυμναστική, επειδή αυξάνει τους παλμούς,
  • το να βρίσκεται μόνος,
  • μέρη από τα οποία δεν είναι εύκολο να φύγει,
  • καταστάσεις όπου θεωρεί ότι δεν θα υπάρχει άμεση βοήθεια.

Συχνά δεν φοβάται πλέον μόνο το λεωφορείο, το κατάστημα ή την ουρά. Φοβάται την πιθανότητα να πάθει κρίση ενώ βρίσκεται εκεί.

Η αποφυγή προσφέρει άμεση ανακούφιση. Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση ότι η κατάσταση ήταν πράγματι επικίνδυνη και ότι η ασφάλεια επιτεύχθηκε μόνο επειδή αποφεύχθηκε. Η αναμονή μιας νέας κρίσης και η σταδιακή συρρίκνωση της καθημερινότητας αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της κλινικής εικόνας του πανικού και της αγοραφοβικής αποφυγής (Szuhany & Simon, 2022).

Υπάρχει πάντα μια «βαθύτερη αιτία»;

Δεν υπάρχει μία απλή εξήγηση που να ταιριάζει σε όλους. Μια κρίση πανικού δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι υπάρχει ένα κρυμμένο τραύμα ή ένα συγκεκριμένο συναίσθημα που πρέπει να ανακαλυφθεί. Παράλληλα, το να περιορίσουμε την εμπειρία μόνο σε έναν βιολογικό συναγερμό ή σε μια λανθασμένη σκέψη μπορεί να αφήσει έξω το προσωπικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε.

Για ορισμένους ανθρώπους, οι κρίσεις αρχίζουν σε μια περίοδο αποχωρισμού, απώλειας, εξουθένωσης ή σημαντικής αλλαγής. Για άλλους, μπορεί να εμφανίζονται όταν αυξάνονται οι απαιτήσεις για ανεξαρτησία, ευθύνη ή συναισθηματική εγγύτητα. Μερικές φορές υπάρχουν συναισθήματα που είναι δύσκολο να αναγνωριστούν ή να εκφραστούν - θυμός, θλίψη, φόβος απώλειας, ανάγκη για φροντίδα - και η ένταση γίνεται περισσότερο αντιληπτή μέσα από το σώμα.

Η ψυχοδυναμική διερεύνηση δεν χρειάζεται να αναζητά μια μοναδική, κρυμμένη εξήγηση. Μπορεί να εξετάζει πώς το άτομο σχετίζεται με τον φόβο, τον έλεγχο, την εξάρτηση, την αυτονομία και τη σωματική του ευαλωτότητα. Στόχος είναι η κρίση να γίνει περισσότερο κατανοητή μέσα στη συνολική συναισθηματική ζωή του ανθρώπου και όχι να ερμηνευτεί βιαστικά.

Τι δείχνει η έρευνα για την ψυχοθεραπεία;

Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία διαθέτει σήμερα την ισχυρότερη ερευνητική τεκμηρίωση για τη διαταραχή πανικού και προτείνεται ως βασική θεραπευτική επιλογή από διεθνείς οδηγίες. Συνήθως περιλαμβάνει ψυχοεκπαίδευση, επεξεργασία των απειλητικών ερμηνειών, σταδιακή αντιμετώπιση των καταστάσεων που αποφεύγονται και έκθεση σε ασφαλώς προκαλούμενες σωματικές αισθήσεις που έχουν συνδεθεί με τον φόβο (NICE, 2020).

Οι μετα-αναλύσεις υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της CBT για τις αγχώδεις διαταραχές και ειδικότερα για τον πανικό. Η ενδοδεκτική έκθεση -η σταδιακή εξοικείωση με αισθήσεις όπως ο αυξημένος παλμός ή η ζάλη- φαίνεται να αποτελεί σημαντικό θεραπευτικό στοιχείο, επειδή βοηθά το άτομο να μάθει ότι μια σωματική αίσθηση μπορεί να είναι δυσάρεστη χωρίς να είναι καταστροφική (Carpenter et al., 2018; Pompoli et al., 2018).

Η CBT μπορεί επίσης να προσφερθεί με διαφορετικούς τρόπους, όπως ατομικά, ομαδικά ή μέσω καθοδηγούμενων εξ αποστάσεως προγραμμάτων. Τα δεδομένα δείχνουν ότι περισσότερες από μία μορφές μπορούν να είναι αποτελεσματικές, αν και η καταλληλότητα εξαρτάται από τις ανάγκες, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και την υποστήριξη που χρειάζεται ο κάθε άνθρωπος (Papola et al., 2023).

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις αποτελεσματικότητας για βραχείες ψυχοδυναμικές θεραπείες εστιασμένες στον πανικό. Σε συγκριτικές αναλύσεις, η βραχεία ψυχοδυναμική θεραπεία έχει παρουσιάσει θετικά αποτελέσματα, αλλά η ερευνητική της βάση είναι μικρότερη και λιγότερο βέβαιη από εκείνη της CBT. Επομένως, είναι σημαντικό να παρουσιάζεται ως υποστηριζόμενη αλλά όχι εξίσου εκτενώς μελετημένη επιλογή (McCarthy et al., 2018; Papola et al., 2022).

Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζονται ως αντίθετες. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται να κατανοήσει και να αλλάξει τον άμεσο κύκλο του φόβου, αλλά ταυτόχρονα να διερευνήσει γιατί ο έλεγχος, η αβεβαιότητα ή ορισμένα συναισθήματα έχουν αποκτήσει τόσο απειλητική σημασία στη ζωή του.

Τι μπορεί να βοηθήσει την ώρα της κρίσης;

Την ώρα της κρίσης, η έντονη προσπάθεια να σταματήσει αμέσως κάθε σύμπτωμα μπορεί να μεταφέρει στο σώμα το μήνυμα ότι η εμπειρία είναι πράγματι επικίνδυνη.

Μπορεί να είναι περισσότερο βοηθητικό να αναγνωριστεί αυτό που συμβαίνει:

«Το σώμα μου βρίσκεται σε έντονο συναγερμό. Αυτό που νιώθω είναι πολύ δυσάρεστο, αλλά η ένταση θα μεταβληθεί.»

Όταν η αναπνοή έχει γίνει γρήγορη ή ρηχή, μπορεί να βοηθήσει μια σταδιακή επιστροφή σε πιο ήρεμο ρυθμό. Δεν χρειάζονται υπερβολικά βαθιές, επαναλαμβανόμενες εισπνοές, ούτε συνεχής έλεγχος για το αν η αναπνοή γίνεται «σωστά».

Η προσοχή μπορεί επίσης να στραφεί προς το εξωτερικό περιβάλλον: στο βάρος των ποδιών στο έδαφος, σε αντικείμενα του χώρου, σε ήχους ή στην αίσθηση μιας σταθερής επιφάνειας. Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί με το ζόρι η κρίση, αλλά να μειωθεί η πλήρης απορρόφηση από τα σωματικά συμπτώματα.

Οι τεχνικές αυτές μπορεί να προσφέρουν προσωρινή υποστήριξη, αλλά δεν αντικαθιστούν μια ολοκληρωμένη θεραπεία όταν οι κρίσεις επαναλαμβάνονται και περιορίζουν τη ζωή.

Πότε χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση;

Δεν είναι σωστό να αποδίδεται αυτομάτως κάθε ταχυκαρδία, πόνος στο στήθος, δύσπνοια ή λιποθυμική τάση στο άγχος.

Ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται για πρώτη φορά, είναι διαφορετικά από προηγούμενα επεισόδια, είναι ιδιαίτερα έντονα ή υπάρχει σχετικό ιατρικό ιστορικό, χρειάζεται αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας. Οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν να αποκλείονται τα απαραίτητα οξέα σωματικά προβλήματα πριν τα συμπτώματα αποδοθούν στον πανικό (NICE, 2020).

Νέος ή επίμονος πόνος ή πίεση στο στήθος, απώλεια συνείδησης, σοβαρή δυσκολία στην αναπνοή ή άλλα ασυνήθιστα συμπτώματα χρειάζονται επείγουσα ιατρική εκτίμηση.

Πότε είναι χρήσιμο να ζητηθεί ψυχολογική βοήθεια;

Δεν χρειάζεται να περιμένει κάποιος μέχρι η καθημερινότητά του να έχει περιοριστεί εντελώς.

Μια ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν οι κρίσεις επαναλαμβάνονται, όταν υπάρχει σταθερός φόβος για την επόμενη, όταν αποφεύγονται όλο και περισσότερες δραστηριότητες ή όταν η ζωή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την ανάγκη ελέγχου και ασφάλειας.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει τι συμβαίνει τη στιγμή της κρίσης, να μειώσει τον φόβο απέναντι στις σωματικές αισθήσεις και να επανέλθει σταδιακά στις δραστηριότητες που έχει εγκαταλείψει. Μπορεί επίσης να προσφέρει χώρο για να διερευνηθεί το προσωπικό και συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε το σύμπτωμα.

Η κρίση πανικού μπορεί να κάνει το σώμα να μοιάζει ξένο, ευάλωτο ή επικίνδυνο. Με την κατάλληλη υποστήριξη, όμως, είναι δυνατό να αποκατασταθεί σταδιακά η εμπιστοσύνη απέναντι στις σωματικές αισθήσεις και να μειωθεί ο φόβος ότι μια νέα κρίση θα καθορίζει τις επιλογές της ζωής.


Βιβλιογραφία

Carpenter, J. K., Andrews, L. A., Witcraft, S. M., Powers, M. B., Smits, J. A. J., & Hofmann, S. G. (2018). Cognitive behavioral therapy for anxiety and related disorders: A meta-analysis of randomized placebo-controlled trials. Depression and Anxiety, 35(6), 502-514. doi:10.1002/da.22728.

Clark, D. M. (1986). A cognitive approach to panic. Behaviour Research and Therapy, 24(4), 461-470.

Clemente, R., Murphy, A., & Murphy, J. (2024). The relationship between self-reported interoception and anxiety: A systematic review and meta-analysis. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 167, Article 105923. doi:10.1016/j.neubiorev.2024.105923.

McCarthy, K. S., Chambless, D. L., Solomonov, N., Milrod, B., & Barber, J. P. (2018). Twelve-month outcomes following successful panic-focused psychodynamic psychotherapy, cognitive-behavioral therapy, or applied relaxation training for panic disorder. The Journal of Clinical Psychiatry, 79(5), Article 17m11807. doi:10.4088/JCP.17m11807.

National Institute for Health and Care Excellence. (2020). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: Management (Clinical guideline CG113).

Papola, D., Ostuzzi, G., Tedeschi, F., Gastaldon, C., Purgato, M., Del Giovane, C., Pompoli, A., Pauley, D., Karyotaki, E., Sijbrandij, M., Furukawa, T. A., Cuijpers, P., & Barbui, C. (2022). Comparative efficacy and acceptability of psychotherapies for panic disorder with or without agoraphobia: Systematic review and network meta-analysis of randomised controlled trials. The British Journal of Psychiatry, 221(3), 507-519. doi:10.1192/bjp.2021.148.

Papola, D., Ostuzzi, G., Tedeschi, F., Gastaldon, C., Purgato, M., Del Giovane, C., Pompoli, A., Pauley, D., Karyotaki, E., Sijbrandij, M., Furukawa, T. A., Cuijpers, P., & Barbui, C. (2023). CBT treatment delivery formats for panic disorder: A systematic review and network meta-analysis of randomised controlled trials. Psychological Medicine, 53(3), 614-624. doi:10.1017/S0033291722003683.

Pompoli, A., Furukawa, T. A., Efthimiou, O., Imai, H., Tajika, A., & Salanti, G. (2018). Dismantling cognitive-behaviour therapy for panic disorder: A systematic review and component network meta-analysis. Psychological Medicine, 48(12), 1945-1953. doi:10.1017/S0033291717003919.

Szuhany, K. L., & Simon, N. M. (2022). Anxiety disorders: A review. JAMA, 328(24), 2431-2445. doi:10.1001/jama.2022.22744.

Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη ψυχολογική ή ιατρική αξιολόγηση.

Πλοήγηση άρθρων

📞 Κλήση📅 Ραντεβού