Το άγχος είναι μια εμπειρία που οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήθελαν να αισθάνονται λιγότερο. Μπορεί να συνοδεύεται από ένταση, ανησυχία, δυσκολία συγκέντρωσης ή την αίσθηση ότι το μυαλό δεν σταματά να εξετάζει όλα όσα μπορεί να πάνε στραβά.
Ωστόσο, η παρουσία άγχους δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει ψυχική διαταραχή. Το άγχος αποτελεί μέρος του φυσιολογικού συστήματος προστασίας του ανθρώπου. Μπορεί να μας προετοιμάσει για μια δύσκολη κατάσταση, να μας κινητοποιήσει να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα και να στρέψει την προσοχή μας σε κάτι που έχει σημασία.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι επομένως αν κάποιος αισθάνεται άγχος. Είναι αν το άγχος παραμένει ανάλογο με τις συνθήκες, αν υποχωρεί όταν η δυσκολία περνά και αν ο άνθρωπος εξακολουθεί να μπορεί να εργάζεται, να σχετίζεται, να ξεκουράζεται και να κάνει επιλογές χωρίς η ανησυχία να οργανώνει σταδιακά ολόκληρη τη ζωή του.
Οι αγχώδεις διαταραχές χαρακτηρίζονται συνήθως από επίμονο και υπερβολικό φόβο ή άγχος, προσδοκία απειλής, αποφυγή και σημαντικό περιορισμό της καθημερινής λειτουργικότητας. Δεν αποτελούν απλώς μια «μεγαλύτερη ποσότητα» φυσιολογικού άγχους, αλλά έναν τρόπο με τον οποίο ο φόβος και η ανησυχία αρχίζουν να διατηρούνται ακόμη και όταν δεν βοηθούν πλέον την προσαρμογή του ανθρώπου (Craske et al., 2017; Szuhany & Simon, 2022).
Γιατί το άγχος δεν είναι πάντα πρόβλημα
Πριν από μια εξέταση, μια επαγγελματική συνέντευξη, μια μετακόμιση ή μια δύσκολη συζήτηση, το άγχος είναι συχνά αναμενόμενο. Η κατάσταση έχει αβέβαιη έκβαση και το άτομο γνωρίζει ότι κάτι σημαντικό διακυβεύεται.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άγχος μπορεί να είναι δυσάρεστο αλλά λειτουργικό. Μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη προετοιμασία, μεγαλύτερη προσοχή ή αναζήτηση μιας πρακτικής λύσης. Συνήθως συνδέεται με μια αναγνωρίσιμη κατάσταση και μειώνεται όταν αυτή ολοκληρώνεται.
Το φυσιολογικό άγχος δεν χρειάζεται να απουσιάζει για να θεωρείται ένας άνθρωπος ψυχικά υγιής. Ο στόχος δεν είναι μια ζωή χωρίς ανησυχία ή φόβο, αλλά η δυνατότητα να βιώνονται αυτά τα συναισθήματα χωρίς να καθορίζουν κάθε απόφαση.
Το άγχος αρχίζει να γίνεται περισσότερο προβληματικό όταν επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, επεκτείνεται σε πολλούς τομείς της ζωής, είναι δύσκολο να ελεγχθεί και συνοδεύεται από σημαντική δυσφορία ή περιορισμό της λειτουργικότητας. Οι κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν ότι η αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τη διάρκεια, τη σοβαρότητα, τη δυσκολία ελέγχου της ανησυχίας και την επίδραση στην καθημερινότητα (National Institute for Health and Care Excellence [NICE], 2020).
Στρες, φόβος και άγχος δεν είναι ακριβώς το ίδιο
Στην καθημερινή γλώσσα, οι λέξεις «στρες», «φόβος» και «άγχος» συχνά χρησιμοποιούνται σαν να περιγράφουν την ίδια εμπειρία. Παρότι συνδέονται μεταξύ τους, υπάρχουν χρήσιμες διαφορές.
Το στρες αναφέρεται συνήθως στην πίεση που δημιουργείται όταν οι απαιτήσεις μιας κατάστασης μοιάζουν να ξεπερνούν τους διαθέσιμους πόρους. Μπορεί να αφορά την εργασία, τα οικονομικά, μια ασθένεια, μια οικογενειακή δυσκολία ή πολλές υποχρεώσεις που συσσωρεύονται.
Ο φόβος συνδέεται περισσότερο με έναν κίνδυνο που βιώνεται ως παρών και άμεσος. Αν ένα αυτοκίνητο κινείται προς το μέρος μας, ο φόβος ενεργοποιεί γρήγορα το σώμα ώστε να απομακρυνθούμε.
Το άγχος συχνά αφορά μια απειλή που βρίσκεται στο μέλλον ή δεν είναι πλήρως καθορισμένη. Το μυαλό προσπαθεί να προβλέψει τι θα μπορούσε να συμβεί:
«Κι αν αποτύχω;» «Κι αν αρρωστήσω;» «Κι αν με απορρίψουν;» «Κι αν δεν μπορέσω να το διαχειριστώ;»
Το άγχος στρέφεται επομένως συχνά προς την αβεβαιότητα. Δεν υπάρχει απαραίτητα ένας άμεσος κίνδυνος μπροστά στον άνθρωπο, αλλά υπάρχει η αίσθηση ότι πρέπει να είναι διαρκώς προετοιμασμένος για κάτι που μπορεί να συμβεί (Craske et al., 2017).
Πότε το άγχος γίνεται δυσανάλογο
Δεν υπάρχει ένα μοναδικό σύμπτωμα που να διαχωρίζει αυτόματα το φυσιολογικό άγχος από μια αγχώδη διαταραχή. Η αξιολόγηση βασίζεται στον συνδυασμό διαφορετικών στοιχείων:
- την ένταση του άγχους,
- τη συχνότητα και τη διάρκειά του,
- τη σχέση του με τις πραγματικές συνθήκες,
- το κατά πόσο η ανησυχία μπορεί να ελεγχθεί,
- την επίδραση στον ύπνο και στη σωματική υγεία,
- τον περιορισμό της εργασίας, των σχέσεων και των δραστηριοτήτων,
- την παρουσία επίμονης αποφυγής,
- την ανάγκη για συνεχή έλεγχο ή διαβεβαίωση.
Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να αγχωθεί πριν από μια παρουσίαση, να προετοιμαστεί και να αισθανθεί ανακούφιση όταν αυτή ολοκληρωθεί. Σε μια πιο επίμονη αγχώδη κατάσταση, η ανησυχία μπορεί να μετακινείται συνεχώς από το ένα θέμα στο άλλο. Μόλις επιλυθεί ένα επαγγελματικό πρόβλημα, το μυαλό στρέφεται στην υγεία, στις οικονομικές υποχρεώσεις, στη σχέση ή σε ένα πιθανό λάθος που μπορεί να γίνει στο μέλλον.
Η «αγχώδης διαταραχή» δεν είναι μία συγκεκριμένη διάγνωση. Είναι ένας ευρύτερος όρος που περιλαμβάνει διαφορετικές δυσκολίες, όπως η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, η διαταραχή πανικού, η κοινωνική αγχώδης διαταραχή και οι ειδικές φοβίες. Το κυρίαρχο αντικείμενο του φόβου και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζεται η ζωή διαφέρουν σε κάθε περίπτωση (Szuhany & Simon, 2022).
Πώς εκδηλώνεται το επίμονο άγχος
Το άγχος δεν περιορίζεται στις σκέψεις. Μπορεί να επηρεάζει ταυτόχρονα το σώμα, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά.
Στο σώμα μπορεί να εμφανίζονται:
- μυϊκή ένταση,
- ταχυκαρδία,
- εφίδρωση ή τρέμουλο,
- πονοκέφαλοι,
- ενόχληση στο στομάχι,
- κόπωση,
- δυσκολία στον ύπνο,
- αίσθημα ότι το σώμα δεν χαλαρώνει ποτέ πλήρως.
Στη σκέψη μπορεί να εμφανίζονται:
- συνεχής πρόβλεψη αρνητικών ενδεχομένων,
- δυσκολία συγκέντρωσης,
- υπερανάλυση αποφάσεων,
- επανεξέταση συζητήσεων και λαθών,
- ανάγκη να βρεθεί η «απολύτως σωστή» επιλογή,
- αμφιβολία που επιστρέφει ακόμη και μετά από διαβεβαίωση.
Στη συμπεριφορά μπορεί να υπάρχουν αποφυγή, αναβλητικότητα, επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι, υπερβολική προετοιμασία ή συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης από άλλους.
Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν παρόμοια ένταση άγχους αλλά διαφορετικό τρόπο εκδήλωσης. Ο ένας μπορεί να αποφεύγει εντελώς μια κατάσταση, ενώ ο άλλος να την αντιμετωπίζει μόνο μέσα από αυστηρό έλεγχο και εξαντλητική προετοιμασία.
Όταν η ανησυχία μοιάζει με επίλυση προβλημάτων
Η ανησυχία συχνά δίνει την αίσθηση ότι ο άνθρωπος κάνει κάτι χρήσιμο. Μπορεί να πιστεύει ότι, αν εξετάσει κάθε πιθανό αρνητικό σενάριο, θα προετοιμαστεί καλύτερα ή θα εμποδίσει κάτι κακό να συμβεί.
Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στην πρακτική επίλυση ενός προβλήματος και στην επαναλαμβανόμενη αγχώδη σκέψη.
Η πρακτική σκέψη συνήθως οδηγεί σε μια συγκεκριμένη ενέργεια:
«Έχω μια συνέντευξη την Παρασκευή. Θα ενημερωθώ για την εταιρεία και θα προετοιμάσω τις απαντήσεις μου.»
Η επίμονη ανησυχία ανοίγει συνεχώς νέα ενδεχόμενα:
«Κι αν δεν απαντήσω σωστά; Κι αν δουν ότι αγχώνομαι; Κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι αρκετά ικανός; Κι αν δεν βρω ποτέ καλύτερη δουλειά;»
Η πρώτη σκέψη έχει ένα σημείο ολοκλήρωσης. Η δεύτερη υπόσχεται βεβαιότητα, αλλά δεν μπορεί να την προσφέρει.
Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα
Ένας από τους μηχανισμούς που έχει μελετηθεί εκτενώς σε σχέση με την επίμονη ανησυχία είναι η δυσανεξία στην αβεβαιότητα. Ο όρος δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος προτιμά την οργάνωση ή ότι δεν του αρέσουν οι εκπλήξεις. Περιγράφει τη δυσκολία να αντέξει κανείς το γεγονός ότι δεν διαθέτει όλες τις πληροφορίες και δεν μπορεί να προβλέψει πλήρως την έκβαση μιας κατάστασης.
Η αβεβαιότητα μπορεί να βιώνεται σαν απειλή από μόνη της:
«Αν δεν είμαι βέβαιος, κάτι κακό μπορεί να συμβεί.» «Πρέπει να γνωρίζω τι θα γίνει πριν αποφασίσω.» «Δεν θα μπορέσω να το αντιμετωπίσω αν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως περιμένω.»
Η μετα-αναλυτική έρευνα δείχνει ότι η δυσανεξία στην αβεβαιότητα συνδέεται ισχυρά με συμπτώματα γενικευμένου άγχους, αλλά σχετίζεται επίσης με διαφορετικές μορφές άγχους και συναισθηματικής δυσφορίας. Επομένως, θεωρείται ένας διαγνωστικά εγκάρσιος μηχανισμός και όχι χαρακτηριστικό αποκλειστικά μιας διαταραχής (McEvoy et al., 2019).
Οι ψυχολογικές θεραπείες για τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή μπορούν να μειώσουν τόσο την ανησυχία όσο και τη δυσανεξία στην αβεβαιότητα. Μάλιστα, οι παρεμβάσεις που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην άμεση επεξεργασία της αβεβαιότητας φαίνεται να επιτυγχάνουν μεγαλύτερες αλλαγές σε αυτούς τους μηχανισμούς (Wilson et al., 2023).
Η ανάγκη για έλεγχο και διαβεβαίωση
Όταν η αβεβαιότητα βιώνεται ως αφόρητη, ο άνθρωπος μπορεί να προσπαθεί να την περιορίσει μέσα από αυξημένο έλεγχο.
Μπορεί να ελέγχει επανειλημμένα ένα μήνυμα πριν το στείλει, να ζητά συνεχώς από τον σύντροφό του να τον διαβεβαιώσει ότι η σχέση είναι καλά, να αναζητά στο διαδίκτυο πληροφορίες για κάθε σωματική αίσθηση ή να αποφεύγει μια απόφαση μέχρι να αισθανθεί απόλυτα βέβαιος.
Οι συμπεριφορές αυτές προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση. Η διαβεβαίωση μειώνει για λίγο τον φόβο, ο έλεγχος δημιουργεί την αίσθηση ότι ο κίνδυνος απομακρύνθηκε και η αποφυγή επιτρέπει στο άτομο να μην αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα.
Η ανακούφιση, όμως, συχνά δεν διαρκεί. Μια νέα αμφιβολία εμφανίζεται και ο άνθρωπος χρειάζεται να ελέγξει ξανά. Σταδιακά, η ηρεμία εξαρτάται όλο και περισσότερο από την αποφυγή, τον έλεγχο ή τη διαβεβαίωση.
Γιατί δύο άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά
Η ίδια κατάσταση δεν έχει το ίδιο ψυχολογικό νόημα για όλους.
Μια παρατήρηση στη δουλειά μπορεί για κάποιον να είναι απλώς μια δυσάρεστη πληροφορία. Για κάποιον άλλο μπορεί να βιωθεί ως απόδειξη ανεπάρκειας ή ως προειδοποίηση ότι θα απορριφθεί.
Η καθυστέρηση μιας απάντησης σε ένα μήνυμα μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη από έναν άνθρωπο, ενώ σε έναν άλλον να ενεργοποιήσει έντονο φόβο ότι ο σύντροφός του απομακρύνεται.
Η ευαλωτότητα στις αγχώδεις διαταραχές προκύπτει από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται βιολογικές και ιδιοσυγκρασιακές διαφορές, προηγούμενες εμπειρίες, οικογενειακές σχέσεις, τρόποι επεξεργασίας των συναισθημάτων και πραγματικές κοινωνικές ή οικονομικές πιέσεις. Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία, ούτε το άγχος αποτελεί ένδειξη αδύναμου χαρακτήρα (Craske et al., 2017).
Μια ψυχοδυναμική κατανόηση του άγχους
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση ενδιαφέρεται όχι μόνο για το αντικείμενο του φόβου, αλλά και για το προσωπικό νόημα που αποκτά.
Μια επαγγελματική αξιολόγηση μπορεί να προκαλεί άγχος επειδή διακυβεύεται μια θέση εργασίας. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να συνδέεται με μια βαθύτερη αίσθηση ότι η αξία του ατόμου εξαρτάται από το αν θα ανταποκριθεί τέλεια στις απαιτήσεις των άλλων.
Μια απόσταση σε μια σχέση μπορεί να δημιουργεί αβεβαιότητα στο παρόν, αλλά μπορεί επίσης να ενεργοποιεί προηγούμενες εμπειρίες απόρριψης, αστάθειας ή συναισθηματικής απουσίας.
Από αυτή την οπτική, το άγχος μπορεί να συνδέεται με συγκρούσεις γύρω από την αυτονομία, την εξάρτηση, την επιθυμία για αποδοχή, τον φόβο της αποτυχίας ή τη δυσκολία αναγνώρισης συναισθημάτων όπως ο θυμός, η θλίψη και η ανάγκη για φροντίδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αγχώδες σύμπτωμα κρύβει μια μοναδική ασυνείδητη αιτία. Σημαίνει ότι το άγχος εξετάζεται μέσα στο συνολικό πλαίσιο της ζωής και των σχέσεων του ανθρώπου.
Υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα ψυχοδυναμικών θεραπειών σε κοινές ψυχικές διαταραχές και σε ορισμένες μορφές άγχους. Ωστόσο, η βάση τεκμηρίωσης είναι μικρότερη και περισσότερο ετερογενής από εκείνη της γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας, κάτι που χρειάζεται να παρουσιάζεται με σαφήνεια (Gonon & Keller, 2021; Lindegaard et al., 2020).
Τι δείχνει η έρευνα για την ψυχοθεραπεία
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία διαθέτει σήμερα την εκτενέστερη ερευνητική τεκμηρίωση για τις αγχώδεις διαταραχές. Μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών δείχνουν ότι μπορεί να μειώσει τα κύρια συμπτώματα άγχους, ενώ μπορεί επίσης να επιφέρει βελτίωση στη διάθεση και στην ποιότητα ζωής (Carpenter et al., 2018).
Νεότερη μετα-ανάλυση μελετών που δημοσιεύθηκαν από το 2017 και μετά επιβεβαίωσε ότι η CBT παραμένει αποτελεσματική για ένα εύρος αγχωδών και συναφών διαταραχών, αν και η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων διαφέρουν ανάλογα με τη διάγνωση και το θεραπευτικό πρωτόκολλο (Bhattacharya et al., 2023).
Τα οφέλη της CBT δεν περιορίζονται πάντοτε μόνο στο τέλος της θεραπείας. Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση έδειξε ότι για αρκετές αγχώδεις δυσκολίες οι βελτιώσεις μπορούν να διατηρούνται για μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, παρότι τα μακροπρόθεσμα δεδομένα δεν είναι εξίσου ισχυρά για όλες τις διαγνώσεις (van Dis et al., 2020).
Υπάρχουν επίσης θεραπείες που δεν επικεντρώνονται σε μία συγκεκριμένη διάγνωση, αλλά σε κοινούς μηχανισμούς όπως η αποφυγή, η δυσκολία διαχείρισης των συναισθημάτων και η άκαμπτη αντίδραση απέναντι στην αβεβαιότητα. Πρόσφατη μετα-ανάλυση υποστηρίζει ότι οι διαγνωστικά εγκάρσιες γνωσιακές-συμπεριφορικές θεραπείες μπορούν να είναι αποτελεσματικές σε διαφορετικές συναισθηματικές διαταραχές και πλαίσια παροχής θεραπείας (Schaeuffele et al., 2024).
Η επιλογή θεραπευτικής προσέγγισης δεν βασίζεται μόνο στο ποια μέθοδος διαθέτει τα περισσότερα δεδομένα. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη η συγκεκριμένη δυσκολία, η σοβαρότητα, η παρουσία άλλων προβλημάτων, οι προηγούμενες θεραπείες, οι επιθυμίες του ανθρώπου και η ποιότητα της θεραπευτικής συνεργασίας.
Πότε είναι χρήσιμο να ζητήσει κάποιος βοήθεια
Δεν χρειάζεται να περιμένει ένας άνθρωπος μέχρι το άγχος να γίνει αβάσταχτο.
Μια ψυχολογική ή ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν:
- η ανησυχία είναι επίμονη και δύσκολα ελέγξιμη,
- το άγχος επηρεάζει τον ύπνο ή τη σωματική ευεξία,
- αποφεύγονται καταστάσεις, σχέσεις ή επαγγελματικές ευκαιρίες,
- υπάρχει συνεχής ανάγκη ελέγχου και διαβεβαίωσης,
- οι σκέψεις καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ημέρας,
- η λειτουργικότητα στην εργασία ή στις σχέσεις έχει μειωθεί,
- το άτομο αισθάνεται ότι η ζωή του οργανώνεται γύρω από την αποφυγή της αβεβαιότητας.
Η αναζήτηση βοήθειας δεν σημαίνει ότι το άγχος είναι υπερβολικό ή «παράλογο» με έναν απλουστευτικό τρόπο. Σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να προστατευτεί δεν τον βοηθά πλέον και αρχίζει να περιορίζει τη ζωή του.
Μέσα από την ψυχοθεραπεία για το άγχος μπορεί να γίνει κατανοητός τόσο ο άμεσος κύκλος της ανησυχίας και της αποφυγής όσο και το προσωπικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η αβεβαιότητα, η αποτυχία ή η απόρριψη έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία.
Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί κάθε μορφή άγχους. Είναι να μπορεί ο άνθρωπος να αναγνωρίζει τον φόβο, να αντέχει καλύτερα την αβεβαιότητα και να συνεχίζει να κάνει επιλογές που έχουν σημασία, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί απόλυτα ασφαλής.
Βιβλιογραφία
Bhattacharya, S., Goicoechea, C., Heshmati, S., Carpenter, J. K., & Hofmann, S. G. (2023). Efficacy of cognitive behavioral therapy for anxiety-related disorders: A meta-analysis of recent literature. Current Psychiatry Reports, 25, 19-30. https://doi.org/10.1007/s11920-022-01402-8
Carpenter, J. K., Andrews, L. A., Witcraft, S. M., Powers, M. B., Smits, J. A. J., & Hofmann, S. G. (2018). Cognitive behavioral therapy for anxiety and related disorders: A meta-analysis of randomized placebo-controlled trials. Depression and Anxiety, 35(6), 502-514. https://doi.org/10.1002/da.22728
Craske, M. G., Stein, M. B., Eley, T. C., Milad, M. R., Holmes, A., Rapee, R. M., & Wittchen, H.-U. (2017). Anxiety disorders. Nature Reviews Disease Primers, 3, Article 17024. https://doi.org/10.1038/nrdp.2017.24
Gonon, F., & Keller, P.-H. (2021). Efficacy of psychodynamic therapies: A systematic review of the recent literature. L’Encéphale, 47(1), 49-57. https://doi.org/10.1016/j.encep.2020.04.020
Lindegaard, T., Berg, M., & Andersson, G. (2020). Efficacy of internet-delivered psychodynamic therapy: Systematic review and meta-analysis. Psychodynamic Psychiatry, 48(4), 437-454. https://doi.org/10.1521/pdps.2020.48.4.437
McEvoy, P. M., Hyett, M. P., Shihata, S., Price, J. E., & Strachan, L. (2019). The impact of methodological and measurement factors on transdiagnostic associations with intolerance of uncertainty: A meta-analysis. Clinical Psychology Review, 73, Article 101778. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2019.101778
National Institute for Health and Care Excellence. (2020). Generalised anxiety disorder and panic disorder in adults: Management (Clinical guideline CG113). https://www.nice.org.uk/guidance/cg113
Schaeuffele, C., Meine, L. E., Schulz, A., Weber, M. C., Moser, A., Paersch, C., Recher, D., Boettcher, J., Renneberg, B., Flückiger, C., & Kleim, B. (2024). A systematic review and meta-analysis of transdiagnostic cognitive behavioural therapies for emotional disorders. Nature Human Behaviour, 8(3), 493-509. https://doi.org/10.1038/s41562-023-01787-3
Szuhany, K. L., & Simon, N. M. (2022). Anxiety disorders: A review. JAMA, 328(24), 2431-2445. https://doi.org/10.1001/jama.2022.22744
van Dis, E. A. M., van Veen, S. C., Hagenaars, M. A., Batelaan, N. M., Bockting, C. L. H., van den Heuvel, R. M., Cuijpers, P., & Engelhard, I. M. (2020). Long-term outcomes of cognitive behavioral therapy for anxiety-related disorders: A systematic review and meta-analysis. JAMA Psychiatry, 77(3), 265-273. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2019.3986
Wilson, E. J., Abbott, M. J., & Norton, A. R. (2023). The impact of psychological treatment on intolerance of uncertainty in generalized anxiety disorder: A systematic review and meta-analysis. Journal of Anxiety Disorders, 97, Article 102729. https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2023.102729
Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη ψυχολογική, ψυχιατρική ή ιατρική αξιολόγηση.
Πλοήγηση άρθρων
Ψυχοθεραπεία ή φάρμακα για το άγχος; Πότε βοηθά το καθένα;
Ψυχοθεραπεία ή φαρμακευτική αγωγή για το άγχος; Τι δείχνουν οι σύγχρονες οδηγίες, πότε μπορεί να βοηθήσει κάθε επιλογή και πώς αποφασίζεται η κατάλληλη θεραπεία.
Παλαιότερο άρθροΚρίση πανικού: τι συμβαίνει στο σώμα και τι βοηθά
Γιατί η κρίση πανικού μοιάζει τόσο επικίνδυνη, πώς δημιουργείται ο φόβος της επόμενης κρίσης και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.
