Γιατί μαθαίνουμε να λέμε ψέματα; Το ψέμα ως κοινωνική και γνωστική ικανότητα

Τι δείχνει η ψυχολογία για το ψέμα; Theory of Mind, εκτελεστικές λειτουργίες, λευκά και φιλοκοινωνικά ψέματα, ηθική ανάπτυξη και ψέμα στην ψυχοθεραπεία.

# ψέμα# εξαπάτηση# Theory of Mind# εκτελεστικές λειτουργίες# φιλοκοινωνικό ψέμα# ειλικρίνεια# ψυχοθεραπεία

Το ψέμα αντιμετωπίζεται συνήθως ως κάτι που πρέπει απλώς να αποφεύγουμε.

Ένα παιδί λέει ψέματα και ο ενήλικας ανησυχεί:

«Γιατί το κάνει; Μήπως μαθαίνει να γίνεται ανέντιμο;»

Όμως η αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνει μια πιο σύνθετη εικόνα.

Για να μπορέσει ένα παιδί να εξαπατήσει κάποιον με πρόθεση, χρειάζεται να καταλάβει ότι ο άλλος άνθρωπος μπορεί να έχει μια διαφορετική αναπαράσταση της πραγματικότητας από τη δική του. Πρέπει να θυμάται τι πραγματικά συνέβη, να αναστείλει την αληθινή απάντηση, να παράγει μια εναλλακτική εκδοχή και, αν ερωτηθεί ξανά, να προσπαθήσει να παραμείνει συνεπές σε αυτήν.

Με άλλα λόγια, το ψέμα μπορεί να είναι ηθικά προβληματικό.

Αλλά η ικανότητα να πω ψέματα είναι ταυτόχρονα ένα γνωστικό και κοινωνικό επίτευγμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι «πρέπει να μάθουμε να είμαστε ψεύτες».

Σημαίνει κάτι πιο ενδιαφέρον:

η κοινωνική ωριμότητα δεν βρίσκεται στην ανικανότητα να εξαπατήσουμε, αλλά στην ικανότητα να καταλαβαίνουμε τι γνωρίζει ο άλλος, τι θα προκαλέσει αυτό που θα πούμε και πότε η ειλικρίνεια, η διακριτικότητα ή η απόκρυψη είναι η καταλληλότερη επιλογή.

Τι είναι πραγματικά ένα ψέμα;

Δεν είναι κάθε ανακριβής δήλωση ψέμα.

Αν θυμάμαι λάθος μια ημερομηνία και σου πω ότι ένα γεγονός έγινε την Τρίτη ενώ έγινε τη Δευτέρα, έχω πει κάτι αναληθές, αλλά δεν προσπάθησα να σε εξαπατήσω.

Αν, αντίθετα, γνωρίζω ότι έγινε τη Δευτέρα και σου λέω σκόπιμα «Τρίτη» για να σε κάνω να πιστέψεις κάτι διαφορετικό, υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης.

Στην ψυχολογική βιβλιογραφία, οι ακριβείς ορισμοί διαφέρουν, αλλά η εξαπάτηση (deception) περιλαμβάνει συνήθως μια σκόπιμη προσπάθεια να δημιουργηθεί ή να διατηρηθεί στον άλλον μια πεποίθηση που ο επικοινωνών θεωρεί ψευδή (Curtis & Hart, 2020).

Το ψέμα (lying) είναι μία μορφή εξαπάτησης, συνήθως μέσω μιας δήλωσης που το άτομο πιστεύει ότι είναι ψευδής.

Όμως εξαπάτηση μπορεί να υπάρξει και χωρίς ρητό ψέμα:

  • με απόκρυψη,
  • με επιλεκτική παρουσίαση πληροφοριών,
  • με προσποίηση,
  • με παραπλανητική σιωπή,
  • ή με συμπεριφορά που έχει σχεδιαστεί ώστε να οδηγήσει τον άλλο σε λανθασμένο συμπέρασμα.

Αυτό έχει σημασία, επειδή συχνά χρησιμοποιούμε τη λέξη «ψέμα» για πολύ διαφορετικές συμπεριφορές.

Η απόκρυψη δεν είναι πάντα ψέμα

Υπάρχει επίσης διαφορά ανάμεσα στο να εξαπατώ και στο να μην αποκαλύπτω κάτι.

Δεν έχουμε υποχρέωση να μοιραζόμαστε κάθε σκέψη, συναίσθημα ή προσωπική πληροφορία με όλους.

Η ιδιωτικότητα δεν αποτελεί από μόνη της ανεντιμότητα.

Για παράδειγμα:

«Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό» είναι διαφορετικό από το να κατασκευάσω μια ψευδή ιστορία.

Αυτή η διάκριση είναι σημαντική στις σχέσεις. Η ειλικρίνεια δεν απαιτεί πλήρη κατάργηση της ιδιωτικότητας. Όπως και στα προσωπικά όρια, η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να δίνουμε απεριόριστη πρόσβαση στον εσωτερικό μας κόσμο, αλλά στο να μπορούμε να ξεχωρίσουμε τι οφείλουμε να επικοινωνήσουμε από τι δικαιούμαστε να κρατήσουμε προσωπικό.

Πότε αρχίζουν τα παιδιά να λένε ψέματα;

Η ικανότητα για λεκτική εξαπάτηση εμφανίζεται αρκετά νωρίς.

Ανασκοπήσεις της αναπτυξιακής βιβλιογραφίας δείχνουν ότι απλές, ιδιοτελείς μορφές εξαπάτησης μπορούν να εμφανιστούν περίπου από τα 2½–3 χρόνια, ενώ η ικανότητα να διατηρεί ένα παιδί ένα πιο σύνθετο ψέμα βελτιώνεται σταδιακά με την ηλικία (Lee, 2013; Guo & Rochat, 2024).

Ένα μικρό παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να αρνηθεί ότι κοίταξε ένα απαγορευμένο αντικείμενο.

Όμως αν του κάνεις πολλές ερωτήσεις, μπορεί γρήγορα να αποκαλύψει πληροφορίες που προδίδουν το ψέμα του.

Το πιο ώριμο ψέμα απαιτεί κάτι περισσότερο από την πρώτη ψευδή δήλωση.

Απαιτεί να παρακολουθείς:

  • τι γνωρίζεις εσύ,
  • τι γνωρίζει ο άλλος,
  • τι του είπες ήδη,
  • τι συμπέρασμα θα βγάλει,
  • και ποιες νέες πληροφορίες θα ήταν συμβατές με την ψευδή ιστορία.

Αυτή η αυξανόμενη πολυπλοκότητα μάς οδηγεί σε δύο βασικές γνωστικές λειτουργίες: Theory of Mind και εκτελεστικές λειτουργίες (executive functions).

Theory of Mind: πρέπει να καταλάβω ότι το μυαλό σου δεν είναι το δικό μου

Η Θεωρία του Νου (Theory of Mind, ToM) είναι η ικανότητα να αποδίδουμε νοητικές καταστάσεις —όπως πεποιθήσεις, επιθυμίες, προθέσεις και γνώσεις— στον εαυτό μας και στους άλλους.

Ένα κρίσιμο βήμα στην ανάπτυξη είναι η κατανόηση ότι δύο άνθρωποι μπορούν να έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις για το ίδιο γεγονός.

Και ακόμη πιο σημαντικά:

ο άλλος μπορεί να πιστεύει κάτι που εγώ γνωρίζω ότι είναι λάθος.

Για να εξαπατήσω αποτελεσματικά κάποιον, πρέπει να μπορώ να χρησιμοποιήσω ακριβώς αυτή τη διαφορά.

Αν κρύψω ένα αντικείμενο στο συρτάρι και θέλω να σε κάνω να ψάξεις στο ντουλάπι, πρέπει να καταλαβαίνω ότι:

εγώ γνωρίζω πού βρίσκεται, αλλά μπορώ να επηρεάσω αυτό που εσύ πιστεύεις για το πού βρίσκεται.

Δύο μετα-αναλύσεις του 2021 βρήκαν θετική σχέση ανάμεσα στην Theory of Mind και στην ικανότητα των παιδιών να ψεύδονται.

Η Lee και η Imuta (2021) συνδύασαν 81 μελέτες με 7.826 παιδιά ηλικίας 2–14 ετών από 14 διαφορετικούς πολιτισμούς και βρήκαν μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ Theory of Mind και ψέματος (r = .23).

Η μετα-ανάλυση των Sai et al. (2021), με 47 μελέτες και 5.099 συμμετέχοντες ηλικίας 2–19 ετών, βρήκε επίσης μικρές θετικές σχέσεις τόσο με Theory of Mind (r = .17) όσο και με executive function (r = .13).

Το μέγεθος αυτών των συσχετίσεων είναι σημαντικό να τονιστεί:

είναι μικρό.

Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι «όποιος λέει καλά ψέματα έχει ανεπτυγμένη Theory of Mind» ούτε ότι η Theory of Mind καθορίζει από μόνη της ποιος θα ψεύδεται.

Δείχνει όμως ότι η ικανότητα να χειριζόμαστε τις πεποιθήσεις των άλλων συμμετέχει στην ανάπτυξη της εξαπάτησης.

Εκτελεστικές λειτουργίες: πρέπει να συγκρατήσω την αλήθεια

Το ψέμα δεν απαιτεί μόνο να καταλάβω το μυαλό του άλλου.

Πρέπει επίσης να ελέγξω το δικό μου.

Οι εκτελεστικές λειτουργίες (executive functions) είναι ένα σύνολο γνωστικών λειτουργιών που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

  • ανασταλτικό έλεγχο,
  • εργαζόμενη μνήμη,
  • γνωστική ευελιξία,
  • σχεδιασμό και παρακολούθηση της συμπεριφοράς.

Αν σε ρωτήσω:

«Πού έκρυψες το παιχνίδι;»

η αληθινή τοποθεσία είναι η πιο άμεσα διαθέσιμη απάντηση.

Για να με εξαπατήσεις, πρέπει να αναστείλεις αυτή την απάντηση και να παράγεις μια άλλη.

Αν συνεχίσω να σε ρωτώ, πρέπει επίσης να θυμάσαι την ιστορία που ήδη δημιούργησες.

Αυτό ίσως εξηγεί γιατί στη μετα-ανάλυση των Sai et al. (2021) η σχέση των executive functions με την απλή παραγωγή του αρχικού ψέματος ήταν ασθενέστερη από τη σχέση τους με την ικανότητα να διατηρείται το ψέμα.

Το δύσκολο μέρος δεν είναι πάντα να πεις:

«Δεν το έκανα.»

Είναι να παραμείνει ολόκληρη η επόμενη ιστορία συμβατή με αυτή τη δήλωση.

Μπορεί η Theory of Mind να κάνει ένα «ειλικρινές» παιδί να αρχίσει να ψεύδεται;

Εδώ η βιβλιογραφία γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Το 2015, οι Ding και συνεργάτες εξέτασαν παιδιά 3 ετών που αρχικά δεν μπορούσαν να εξαπατήσουν συστηματικά.

Τα παιδιά εκπαιδεύτηκαν σε έννοιες σχετικές με νοητικές καταστάσεις και Theory of Mind.

Μετά την εκπαίδευση, τα παιδιά της πειραματικής ομάδας άρχισαν να εξαπατούν πιο σταθερά σε σχέση με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου (Ding et al., 2015).

Αυτό είναι σημαντικό επειδή δεν έχουμε μόνο μια συσχέτιση:

η ενίσχυση της κατανόησης των νοητικών καταστάσεων άλλαξε την ικανότητα των παιδιών να εξαπατούν.

Δεν σημαίνει ότι η Theory of Mind «διδάσκει ανηθικότητα».

Σημαίνει ότι όταν ένα παιδί καταλαβαίνει καλύτερα πώς λειτουργεί η πεποίθηση του άλλου, αποκτά και τη δυνατότητα να την επηρεάζει.

Η ίδια γνωστική ικανότητα που επιτρέπει:

«Καταλαβαίνω ότι στενοχωριέσαι παρότι εγώ δεν στενοχωριέμαι»

μπορεί επίσης να επιτρέψει:

«Καταλαβαίνω τι πιστεύεις και μπορώ να σε κάνω να πιστέψεις κάτι διαφορετικό.»

Η κοινωνική γνώση δεν είναι από μόνη της ηθική ή ανήθικη.

Αποκτά ηθική σημασία μέσα από τον τρόπο που χρησιμοποιείται.

Και το αντίστροφο: μπορεί η εκμάθηση της εξαπάτησης να ενισχύσει γνωστικές δεξιότητες;

Το 2018, οι Ding et al. δοκίμασαν την αντίστροφη κατεύθυνση.

Στη μελέτη συμμετείχαν 42 παιδιά μέσης ηλικίας περίπου 40 μηνών, τα οποία αρχικά δεν έδειχναν ικανότητα εξαπάτησης.

Χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες.

Για τέσσερις συνεχόμενες ημέρες έπαιζαν ένα παιχνίδι κρυφτού απέναντι σε έναν ενήλικα. Μόνο η πειραματική ομάδα διδάχθηκε πώς να εξαπατά τον αντίπαλο ώστε να κερδίζει.

Μετά την εκπαίδευση, τα παιδιά της πειραματικής ομάδας όχι μόνο έγιναν καλύτερα στην εξαπάτηση αλλά παρουσίασαν βελτίωση σε μετρήσεις Theory of Mind και executive function σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (Ding et al., 2018).

Το εύρημα είναι εντυπωσιακό.

Αλλά χρειάζεται αυστηρή ερμηνεία.

Ήταν μια μικρή μελέτη 42 παιδιών, σε μια πολύ συγκεκριμένη αναπτυξιακή ηλικία και σε ένα παιχνίδι.

Δεν αποδεικνύει ότι:

«το να μαθαίνουμε στα παιδιά να λένε ψέματα τα κάνει εξυπνότερα».

Υποστηρίζει όμως ότι η εξαπάτηση μπορεί να λειτουργεί σαν γνωστική άσκηση που απαιτεί ακριβώς τις δεξιότητες που εμπλέκονται στη Theory of Mind και στον εκτελεστικό έλεγχο.

Άρα το ψέμα είναι «δεξιότητα»;

Με μια συγκεκριμένη έννοια, ναι.

Η ικανότητα να εξαπατήσουμε απαιτεί δεξιότητες.

Όμως πρέπει να ξεχωρίσουμε τρεις διαφορετικές έννοιες:

  1. ικανότητα να ψεύδομαι,
  2. συχνότητα με την οποία ψεύδομαι,
  3. ηθική ή κοινωνική ποιότητα των ψεμάτων που λέω.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Ένα άτομο μπορεί να είναι εξαιρετικά ικανό να εξαπατήσει και να επιλέγει συνήθως να μην το κάνει.

Κάποιος άλλος μπορεί να ψεύδεται συχνά αλλά άτσαλα.

Και ένα τρίτο άτομο μπορεί να χρησιμοποιεί σπάνια ένα μικρό ψέμα για να προστατεύσει κάποιον από έναν εντελώς περιττό συναισθηματικό πόνο.

Η γνωστική ικανότητα δεν μας λέει από μόνη της ούτε το κίνητρο ούτε την ηθική αξία της πράξης.

Τα πρώτα ψέματα είναι συνήθως για τον εαυτό μας

Τα πρώτα ψέματα των παιδιών είναι συχνά ιδιοτελή (self-serving lies).

Το παιδί μπορεί να ψεύδεται για να:

  • αποφύγει τιμωρία,
  • αποκτήσει κάτι που θέλει,
  • κρύψει μια παραβίαση κανόνα,
  • προστατεύσει τον εαυτό του.

Αυτό είναι αναπτυξιακά πιο απλό από ένα ψέμα που λέγεται αποκλειστικά για το όφελος ενός άλλου ανθρώπου.

Η Guo και ο Rochat (2024) επισημαίνουν ότι οι απλές ιδιοτελείς μορφές εξαπάτησης εμφανίζονται περίπου από τα 2½ χρόνια, ενώ τα φιλοκοινωνικά ψέματα (prosocial lies) παρουσιάζουν μια μικρή αναπτυξιακή καθυστέρηση και εμφανίζονται συνήθως από περίπου 3–4 ετών και μετά.

Αυτό έχει νόημα.

Για ένα ιδιοτελές ψέμα αρκεί να αντιλαμβάνομαι:

«Αν πω την αλήθεια, θα έχω μια συνέπεια που δεν θέλω.»

Για ένα πραγματικά φιλοκοινωνικό ψέμα πρέπει να προσθέσω:

«Αν πω την αλήθεια, εσύ θα νιώσεις κάτι που θέλω να σε βοηθήσω να αποφύγεις.»

Τα «λευκά ψέματα» είναι μέρος της κοινωνικής ανάπτυξης

Ας φανταστούμε ένα παιδί που παίρνει δώρο ένα παιχνίδι που δεν του αρέσει.

Ο ενήλικας ρωτά:

«Σου άρεσε;»

Η κυριολεκτικά ειλικρινής απάντηση μπορεί να είναι:

«Όχι. Είναι άσχημο.»

Αλλά το παιδί σταδιακά μαθαίνει ότι η επικοινωνία δεν διέπεται μόνο από έναν κανόνα:

«Να λες την αλήθεια.»

Υπάρχουν και άλλοι κοινωνικοί στόχοι:

  • να μην προκαλείς άσκοπη ταπείνωση,
  • να δείχνεις ευγνωμοσύνη,
  • να προστατεύεις τη σχέση,
  • να λαμβάνεις υπόψη την πρόθεση του άλλου.

Σε μια κλασική μελέτη, η Talwar και οι συνεργάτες της (2007) εξέτασαν παιδιά 3–11 ετών σε μια κατάσταση όπου λάμβαναν ένα ανεπιθύμητο δώρο.

Η πλειονότητα των παιδιών είπε ένα «λευκό ψέμα» ότι τους άρεσε το δώρο, και η τάση αυτή αυξανόταν με την ηλικία. Η γονική καθοδήγηση μπορούσε επίσης να επηρεάσει τόσο τη λεκτική όσο και τη μη λεκτική παρουσίαση του ψέματος.

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι ότι τα μεγαλύτερα παιδιά «χαλούσαν».

Είναι ότι κατανοούσαν όλο και καλύτερα πως μερικές κοινωνικές καταστάσεις δημιουργούν σύγκρουση ανάμεσα στην κυριολεκτική ακρίβεια και στη διαπροσωπική ευαισθησία.

Δεν είναι κάθε φιλοκοινωνικό ψέμα πραγματικά καλό

Εδώ χρειάζεται η πιο σημαντική προειδοποίηση.

Το γεγονός ότι ένα ψέμα έχει «καλή πρόθεση» δεν σημαίνει ότι έχει και καλό αποτέλεσμα.

Η ανασκόπηση των Levine και Lupoli (2022) δείχνει ότι τα φιλοκοινωνικά ψέματα συχνά λέγονται για να αποτρέψουν συναισθηματική βλάβη.

Όμως οι αποδέκτες δεν αντιδρούν πάντα θετικά.

Τα prosocial lies τείνουν να αξιολογούνται ευνοϊκότερα όταν αποτρέπουν περιττό πόνο και όταν η αλήθεια δεν έχει σημαντική πρακτική αξία.

Αντίθετα, μπορούν να γίνουν πατερναλιστικά ή βλαπτικά όταν αποκρύπτουν πληροφορίες που ο άλλος χρειάζεται για να πάρει μια απόφαση.

Σκέψου τη διαφορά:

«Το κούρεμά σου δεν είναι τόσο κακό όσο νομίζεις.»

και:

«Η οικονομική επένδυση που κάνεις είναι εξαιρετική», ενώ γνωρίζω ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος που σου κρύβω.

Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι «δεν ήθελε να στενοχωρήσει τον άλλον».

Όμως στη δεύτερη περίπτωση, το ψέμα στερεί από τον άλλο πληροφορία που χρειάζεται για την αυτονομία του.

Άρα δεν αρκεί να ρωτήσουμε:

«Είχα καλή πρόθεση;»

Χρειάζεται να ρωτήσουμε:

«Τι δικαίωμα είχε ο άλλος να γνωρίζει και τι συνέπειες έχει η απόκρυψη για τη δική του δυνατότητα επιλογής;»

Η κοινωνική ωριμότητα δεν είναι «να λες πάντα όλη την αλήθεια»

Η φράση:

«Εγώ απλώς είμαι ειλικρινής»

δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη κοινωνικής ωριμότητας.

Η ειλικρίνεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί και επιθετικά.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:

«Νομίζω ότι αυτή η δουλειά χρειάζεται βελτίωση και μπορώ να σου πω συγκεκριμένα πού.»

και:

«Η δουλειά σου είναι χάλια. Εγώ απλώς λέω την αλήθεια.»

Στη δεύτερη περίπτωση, το πρόβλημα μπορεί να μην είναι η αλήθεια.

Μπορεί να είναι η απουσία ενδιαφέροντος για:

  • τον σκοπό της επικοινωνίας,
  • το πλαίσιο,
  • τον τρόπο,
  • τη σχέση,
  • και το τι χρειάζεται πραγματικά να γνωρίζει ο άλλος.

Η κοινωνική δεξιότητα δεν απαιτεί να αντικαταστήσουμε την αλήθεια με το ψέμα.

Απαιτεί να μπορούμε να συνδυάζουμε ειλικρίνεια, διακριτικότητα, ενσυναίσθηση και σεβασμό στην αυτονομία.

Το να μπορώ να ψεύδομαι δεν σημαίνει ότι πρέπει να ψεύδομαι περισσότερο

Αυτό είναι το σημείο όπου η σύγχρονη αναπτυξιακή βιβλιογραφία γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη.

Η ανασκόπηση των Decrop και Docherty (2024) προτείνει ότι η σχέση γνωστικής ωρίμανσης και ψέματος δεν είναι γραμμική.

Στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης, η βελτίωση της Theory of Mind και των executive functions μπορεί να αυξάνει τη δυνατότητα και την πολυπλοκότητα της εξαπάτησης.

Όμως η περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των λειτουργιών συμβαδίζει και με καλύτερη ικανότητα να προβλέπουμε:

  • τις μακροπρόθεσμες συνέπειες,
  • την απώλεια εμπιστοσύνης,
  • τις κοινωνικές κυρώσεις,
  • το τι θα συμβεί αν αποκαλυφθεί το ψέμα,
  • και πότε η ειλικρίνεια είναι τελικά η καλύτερη στρατηγική.

Άρα η αναπτυξιακή πορεία δεν είναι:

ανωριμότητα → ψέμα → όλο και περισσότερο ψέμα.

Μπορεί να είναι περισσότερο:

δεν μπορώ ακόμη να εξαπατήσω καλά → αποκτώ την ικανότητα → μαθαίνω πότε και γιατί να μην τη χρησιμοποιώ.

Αυτό είναι πολύ κοντά σε αυτό που θα ονομάζαμε αυτορρύθμιση.

Πρέπει λοιπόν να «διδάσκουμε το ψέμα»;

Η γενική απάντηση είναι:

όχι με την έννοια ότι πρέπει να εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους να εξαπατούν περισσότερο.

Δεν υπάρχει επιστημονική βάση για μια γενική σύσταση ότι τα παιδιά πρέπει να κάνουν «μαθήματα ψέματος».

Υπάρχει όμως βάση για κάτι πιο λεπτό:

να διδάσκουμε τις επιμέρους δεξιότητες που επιτρέπουν ώριμη κοινωνική επικοινωνία:

  • κατανόηση της οπτικής του άλλου,
  • Theory of Mind,
  • συναισθηματική κατανόηση,
  • ανασταλτικό έλεγχο,
  • διακριτικότητα,
  • διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικότητα και εξαπάτηση,
  • κατανόηση των συνεπειών,
  • και ηθικό συλλογισμό.

Υπάρχει μάλιστα επιστημονική συζήτηση για το αν συγκεκριμένες μορφές φιλοκοινωνικού ή «ενσυναισθητικού» ψέματος μπορούν να διδαχθούν ως κοινωνικοεπικοινωνιακή δεξιότητα σε αυτιστικά άτομα.

Η Hutchins (2022) ανασκοπεί αυτή ακριβώς την πιθανότητα και συζητά πότε μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να είναι κατάλληλη.

Αυτό όμως απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Δεν σημαίνει ότι:

  • τα αυτιστικά άτομα στερούνται ενσυναίσθησης,
  • η νευροτυπική επικοινωνία είναι η μόνη «σωστή»,
  • ή ότι κάποιος πρέπει να μαθαίνει να κρύβει τον αυθεντικό του εαυτό για να φαίνεται κοινωνικά αποδεκτός.

Το ερώτημα είναι πολύ στενότερο:

αν ένας άνθρωπος θέλει να κατανοήσει και να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένους κοινωνικούς κανόνες, μπορεί η ικανότητα αυτή να διδαχθεί;

Αυτό είναι διαφορετικό από το να επιβάλλουμε το ψέμα ως υποχρεωτικό κοινωνικό camouflage.

Το ψέμα δεν είναι πάντα ένδειξη προβλήματος

Επειδή τα ψέματα εμφανίζονται φυσιολογικά στην ανάπτυξη, το γεγονός ότι ένα παιδί λέει ψέματα δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ψυχοπαθολογίας.

Η αναπτυξιακή βιβλιογραφία εδώ είναι σαφής:

η εμφάνιση απλών ψεμάτων στην προσχολική ηλικία αποτελεί συνηθισμένο μέρος της ανάπτυξης (Lee, 2013; Decrop & Docherty, 2024).

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα ψέματα πρέπει να αγνοούνται.

Το νόημα αλλάζει ανάλογα με:

  • τη συχνότητα,
  • το κίνητρο,
  • το πλαίσιο,
  • την ηλικία,
  • τις συνέπειες,
  • το αν υπάρχει μεταμέλεια,
  • το αν το ψέμα είναι ευκαιριακό ή συστηματικό,
  • και το αν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο αντικοινωνικής ή δυσλειτουργικής συμπεριφοράς.

Άλλο ένα παιδί που αρνείται ότι έφαγε το γλυκό.

Και άλλο ένα επίμονο, γενικευμένο μοτίβο εξαπάτησης που καταστρέφει σχέσεις και συνεχίζεται παρά τις επανειλημμένες αρνητικές συνέπειες.

Η ικανότητα για ψέμα και η χρόνια ψευδολογία είναι διαφορετικά πράγματα

Η βιβλιογραφία κάνει επίσης διάκριση ανάμεσα στη φυσιολογική ανάπτυξη της εξαπάτησης και σε άτυπη, υπερβολικά συχνή ή παθολογική ψευδολογία.

Η ανασκόπηση των Decrop και Docherty (2024) επισημαίνει ότι ένα μικρό μέρος των ανθρώπων διατηρεί πολύ υψηλή συχνότητα ψεμάτων στην ενήλικη ζωή και ότι αυτή η πορεία δεν πρέπει να συγχέεται με τη φυσιολογική αναπτυξιακή εμφάνιση της εξαπάτησης.

Η συχνότητα από μόνη της επίσης δεν αρκεί για διάγνωση.

Χρειάζεται να εξετάζονται:

  • τα κίνητρα,
  • η λειτουργία του ψέματος,
  • η δυνατότητα ελέγχου,
  • η επίδραση στις σχέσεις,
  • η πραγματική βλάβη,
  • και πιθανές ευρύτερες δυσκολίες αυτορρύθμισης ή προσωπικότητας.

Το να γνωρίζω πώς να εξαπατήσω δεν είναι το ίδιο με το να μην μπορώ να σταματήσω να εξαπατώ.

Γιατί λέμε ψέματα στις σχέσεις;

Στην ενήλικη ζωή, το ψέμα σπάνια έχει μόνο μία λειτουργία.

Μπορεί να χρησιμοποιείται για:

  • αποφυγή σύγκρουσης,
  • προστασία της εικόνας του εαυτού,
  • αποφυγή ντροπής,
  • αποφυγή τιμωρίας,
  • διατήρηση ιδιωτικότητας,
  • προστασία ενός άλλου ανθρώπου,
  • απόκτηση πλεονεκτήματος,
  • έλεγχο,
  • ή διατήρηση μιας σχέσης που φοβόμαστε ότι θα κινδυνεύσει από την αλήθεια.

Αυτό σημαίνει ότι δύο φαινομενικά όμοια ψέματα μπορεί ψυχολογικά να είναι εντελώς διαφορετικά.

Το:

«Δεν με πείραξε.»

μπορεί να σημαίνει:

«Δεν θέλω να σε κάνω να νιώσεις άσχημα.»

Αλλά μπορεί επίσης να σημαίνει:

«Δεν νιώθω αρκετά ασφαλής ώστε να σου πω ότι με πλήγωσες.»

Σε αυτή την περίπτωση, το ψέμα δεν είναι απλώς πληροφοριακό πρόβλημα.

Είναι και σχεσιακό.

Τι συμβαίνει με το ψέμα μέσα στην ψυχοθεραπεία;

Ίσως θα περίμενε κανείς ότι η ψυχοθεραπεία είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι λένε πάντα την πλήρη αλήθεια.

Η έρευνα δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει.

Σε έρευνα 547 ενηλίκων που είχαν κάνει ψυχοθεραπεία, οι Blanchard και Farber (2016) βρήκαν ότι το 93% ανέφερε ότι είχε πει ψέματα στον θεραπευτή του κάποια στιγμή, ενώ το 72,6% ανέφερε ανεντιμότητα γύρω από τουλάχιστον ένα θέμα που αφορούσε άμεσα τη θεραπεία ή τη θεραπευτική σχέση.

Μεταξύ των θεμάτων ήταν:

  • ότι προσποιήθηκαν πως συμφωνούσαν ή τους άρεσε κάτι που είπε ο θεραπευτής,
  • λόγοι καθυστέρησης ή απουσίας,
  • ότι παρουσίασαν τη θεραπεία ως πιο αποτελεσματική απ’ όσο τη βίωναν,
  • συναισθήματα προς τον θεραπευτή,
  • ή επιθυμία να διακόψουν.

Οι συμμετέχοντες ανέφεραν μεταξύ των κινήτρων:

  • ευγένεια,
  • φόβο μήπως στενοχωρήσουν τον θεραπευτή,
  • και δυσφορία γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Παρόμοια, η κλινικά προσανατολισμένη ανασκόπηση του Farber (2020) τονίζει ότι η απόκρυψη, τα μυστικά και η ανεντιμότητα αποτελούν πραγματικό μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας.

Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να σκεφτούμε το ψέμα θεραπευτικά.

Στην ψυχοθεραπεία το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο «είναι αλήθεια ή ψέμα;»

Αν ένας θεραπευόμενος πει:

«Όχι, δεν με ενόχλησε καθόλου αυτό που είπατε.»

και αργότερα αποδειχθεί ότι είχε θυμώσει πολύ, μπορούμε βέβαια να παρατηρήσουμε ότι η πρώτη δήλωση δεν ήταν ακριβής.

Αλλά θεραπευτικά υπάρχει ένα πιο ενδιαφέρον ερώτημα:

τι έκανε δύσκολη την αλήθεια εκείνη τη στιγμή;

Ίσως φοβόταν:

  • ότι ο θεραπευτής θα θύμωνε,
  • ότι θα φαινόταν αγενής,
  • ότι θα απορριπτόταν,
  • ότι θα γινόταν «δύσκολος» θεραπευόμενος,
  • ή ότι η διαφωνία θα έθετε τη σχέση σε κίνδυνο.

Αυτό συνδέεται πολύ εύκολα με τη δυσκολία να βάζουμε όρια χωρίς ενοχές ή να αντέχουμε ότι μια σημαντική σχέση μπορεί να περιέχει διαφωνία.

Από αυτή την οπτική, η αποκάλυψη ενός ψέματος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ηθική παράβαση.

Μπορεί να αποτελέσει πληροφορία για το πώς ο άνθρωπος βιώνει την εγγύτητα, την εξουσία, τη ντροπή, την απόρριψη και την ασφάλεια.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, όπου το τι συμβαίνει στη θεραπευτική σχέση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατανόηση ευρύτερων σχεσιακών μοτίβων.

Η θεραπεία χρειάζεται ειλικρίνεια — αλλά η ειλικρίνεια χτίζεται

Το γεγονός ότι η απόκρυψη έχει ψυχολογική λειτουργία δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορη για τη θεραπεία.

Η θεραπεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση σε ουσιαστικές πληροφορίες.

Αν κάποιος αποκρύπτει συστηματικά ό,τι τον δυσκολεύει περισσότερο, ο θεραπευτής μπορεί να δουλεύει με μια ελλιπή εικόνα.

Όμως η λύση δεν είναι απαραίτητα η απαίτηση:

«Από εδώ και πέρα θα μου λες τα πάντα.»

Η έρευνα για την ανεντιμότητα στην ψυχοθεραπεία υπογραμμίζει τη σημασία της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας στη διευκόλυνση πιο ειλικρινούς αποκάλυψης (Blanchard & Farber, 2016; Farber, 2020).

Η πρώτη συνεδρία ψυχοθεραπείας δεν χρειάζεται να είναι μια πλήρης εξομολόγηση.

Η δυνατότητα να ειπωθούν πιο δύσκολες αλήθειες συνήθως αναπτύσσεται καθώς δημιουργείται σχέση.

Μήπως η απόλυτη ειλικρίνεια είναι και αυτή μια απλουστευτική ιδέα;

Υπάρχει μια πολιτισμικά ισχυρή ιδέα ότι:

ο καλός άνθρωπος λέει πάντα την αλήθεια.

Στην πράξη όμως η ανθρώπινη επικοινωνία απαιτεί συνεχώς επιλογή.

Δεν λέμε κάθε σκέψη που περνά από το μυαλό μας.

Δεν δίνουμε κάθε πληροφορία σε κάθε άνθρωπο.

Δεν εκφράζουμε όλες τις κρίσεις μας τη στιγμή που εμφανίζονται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ζούμε μέσα στο ψέμα.

Σημαίνει ότι η επικοινωνία περιλαμβάνει:

  • επιλογή,
  • χρονισμό,
  • διατύπωση,
  • ιδιωτικότητα,
  • διακριτικότητα,
  • και εκτίμηση του τι είναι σχετικό.

Το πραγματικά δύσκολο ερώτημα δεν είναι:

«Αλήθεια ή ψέμα;»

Αλλά:

«Τι οφείλω στον άλλον σε αυτή τη σχέση, ποια πληροφορία δικαιούται να γνωρίζει και ποιος είναι ο σκοπός του να μιλήσω ή να σιωπήσω;»

Αυτό είναι πλέον ηθικός και σχεσιακός συλλογισμός, όχι απλή τήρηση ενός κανόνα.

Ένας χρήσιμος τρόπος να σκεφτούμε την ωριμότητα

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την ανάπτυξη όχι ως μετάβαση από το ψέμα στην αλήθεια, αλλά ως μετάβαση από την απλή συμπεριφορά σε πιο σύνθετη επιλογή.

Πρώτο επίπεδο

«Λέω αυτό που μου έρχεται.»

Δεύτερο επίπεδο

«Καταλαβαίνω ότι μπορώ να επηρεάσω αυτό που πιστεύεις.»

Τρίτο επίπεδο

«Καταλαβαίνω γιατί ίσως θέλω να σε εξαπατήσω.»

Τέταρτο επίπεδο

«Μπορώ να προβλέψω το κόστος για εσένα, για εμένα και για τη σχέση.»

Πέμπτο επίπεδο

«Μπορώ να επιλέξω αν η αλήθεια, η σιωπή, η διακριτική διατύπωση ή —σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις— ένα φιλοκοινωνικό ψέμα είναι η πιο υπεύθυνη πράξη.»

Αυτό δεν είναι επίσημο αναπτυξιακό μοντέλο.

Είναι ένας κλινικός και εκπαιδευτικός τρόπος να συνοψίσουμε το βασικό συμπέρασμα της βιβλιογραφίας:

η ικανότητα για εξαπάτηση και η ικανότητα να επιλέγουμε υπεύθυνα πότε δεν θα εξαπατήσουμε είναι δύο διαφορετικά στάδια κοινωνικής πολυπλοκότητας.

Τι μπορούμε να μαθαίνουμε στα παιδιά αντί για «μη λες ποτέ ψέματα»;

Ένας απόλυτος κανόνας είναι εύκολος να ειπωθεί.

Αλλά η ζωή γρήγορα τον διαψεύδει.

Το παιδί ακούει:

«Πρέπει πάντα να λες την αλήθεια.»

και λίγο αργότερα:

«Μη λες στη θεία ότι δεν σου άρεσε το φαγητό.»

Αν δεν εξηγηθεί η διαφορά, το μήνυμα γίνεται αντιφατικό.

Πιο χρήσιμη εκπαίδευση μπορεί να περιλαμβάνει ερωτήσεις όπως:

Γιατί θέλεις να πεις κάτι που δεν είναι αλήθεια;

Προσπαθείς να αποφύγεις μια συνέπεια ή να προστατεύσεις κάποιον;

Η αλήθεια είναι κάτι που ο άλλος χρειάζεται να γνωρίζει;

Μπορείς να είσαι ευγενικός χωρίς να πεις κάτι ψευδές;

Υπάρχει τρόπος να κρατήσεις κάτι ιδιωτικό χωρίς να κατασκευάσεις ιστορία;

Τι θα συμβεί αν ο άλλος ανακαλύψει το ψέμα;

Έτσι, η εκπαίδευση μετακινείται από την απλή υπακοή προς τον ηθικό συλλογισμό.

Μπορώ να είμαι ευγενικός χωρίς να ψεύδομαι;

Πολύ συχνά, ναι.

Η επιλογή δεν είναι πάντα:

ωμή αλήθεια ή ψέμα.

Υπάρχει και η διακριτική αλήθεια.

Αν κάποιος σε ρωτήσει:

«Σου άρεσε το δώρο;»

μπορείς να απαντήσεις:

«Χάρηκα πολύ που με σκέφτηκες.»

Αυτό είναι αληθινό χωρίς να απαιτεί να αξιολογήσεις θετικά το ίδιο το αντικείμενο.

Αν ένας φίλος παρουσιάσει μια εργασία που χρειάζεται βελτίωση:

«Βλέπω πόσο δούλεψες. Νομίζω ότι αυτό το σημείο μπορεί να γίνει πιο καθαρό.»

δεν είναι ούτε ψέμα ούτε περιττή σκληρότητα.

Αυτή ίσως είναι μια ακόμη ένδειξη ωριμότητας:

δεν χρειάζεται να χρησιμοποιώ την εξαπάτηση κάθε φορά που η αλήθεια είναι άβολη.

Συμπέρασμα

Το ψέμα είναι πιο σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο απ’ όσο υπονοεί η απλή διάκριση:

«ειλικρινής άνθρωπος» ή «ψεύτης».

Η αναπτυξιακή έρευνα δείχνει ότι η ικανότητα για εξαπάτηση συνδέεται με:

  • Theory of Mind,
  • executive functions,
  • κατανόηση κοινωνικών κανόνων,
  • διαχείριση φήμης,
  • και σταδιακή κατανόηση των αναγκών των άλλων (Lee & Imuta, 2021; Sai et al., 2021; Guo & Rochat, 2024).

Πειραματικές μελέτες δείχνουν επίσης ότι η σχέση είναι αμφίδρομη: η εκπαίδευση στη Theory of Mind μπορεί να διευκολύνει την εμφάνιση της εξαπάτησης και, σε μια μικρή μελέτη, η εκπαίδευση στην εξαπάτηση συνδέθηκε με βελτίωση Theory of Mind και executive function (Ding et al., 2015; Ding et al., 2018).

Αυτό δεν είναι επιχείρημα υπέρ της ανεντιμότητας.

Είναι επιχείρημα υπέρ μιας πιο ώριμης κατανόησης της ειλικρίνειας.

Το να μην μπορώ να σε εξαπατήσω δεν είναι το ίδιο με το να επιλέγω να είμαι ειλικρινής.

Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον αναπτυξιακό βήμα:

να μπορώ να καταλάβω τι πιστεύεις, να μπορώ να επηρεάσω αυτό που πιστεύεις, αλλά να αναλαμβάνω την ευθύνη για το πότε, γιατί και με ποιο κόστος θα χρησιμοποιήσω αυτή την ικανότητα.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι φυσιολογικό ένα μικρό παιδί να λέει ψέματα;

Ναι. Απλές μορφές εξαπάτησης εμφανίζονται συνήθως ήδη στην προσχολική ηλικία. Η εμφάνισή τους από μόνη της δεν αποτελεί ένδειξη ψυχοπαθολογίας. Χρειάζεται να εξετάζονται η ηλικία, η συχνότητα, το κίνητρο και το ευρύτερο μοτίβο συμπεριφοράς.

Σημαίνει ότι ένα παιδί που λέει ψέματα έχει υψηλή νοημοσύνη;

Όχι. Η έρευνα δείχνει μικρές θετικές σχέσεις ανάμεσα στο ψέμα, την Theory of Mind και τις executive functions. Αυτές οι συσχετίσεις δεν επιτρέπουν να συμπεράνουμε τη νοημοσύνη ενός συγκεκριμένου παιδιού από το αν λέει ψέματα.

Πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά να λένε ψέματα;

Δεν υπάρχει γενική επιστημονική σύσταση να εκπαιδεύουμε τα παιδιά στην ανεντιμότητα. Είναι όμως χρήσιμο να αναπτύσσουν perspective-taking, Theory of Mind, διακριτικότητα, ηθικό συλλογισμό και την ικανότητα να καταλαβαίνουν ότι διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις απαιτούν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας.

Είναι τα λευκά ψέματα καλά;

Όχι αυτομάτως. Μπορούν μερικές φορές να αποτρέπουν άσκοπο συναισθηματικό πόνο, αλλά μπορούν και να γίνουν πατερναλιστικά ή να στερούν από τον άλλο σημαντικές πληροφορίες. Το κίνητρο, το πλαίσιο και οι συνέπειες έχουν σημασία.

Είναι το να μη λέω κάτι ψέμα;

Όχι απαραίτητα. Η μη αποκάλυψη και η ιδιωτικότητα είναι διαφορετικές από την ενεργή εξαπάτηση. Σε ορισμένα πλαίσια όμως η σιωπή μπορεί να είναι σκόπιμα παραπλανητική, οπότε η διάκριση εξαρτάται από την πρόθεση και το πλαίσιο.

Γιατί κάποιος λέει ψέματα στον ψυχοθεραπευτή του;

Οι λόγοι ποικίλλουν. Έρευνες έχουν βρει μεταξύ άλλων ντροπή, δυσφορία, επιθυμία να είναι κανείς ευγενικός, φόβο ότι θα αναστατώσει τον θεραπευτή και δυσκολία να εκφράσει αρνητικά συναισθήματα για τη θεραπεία ή τη θεραπευτική σχέση.

Μπορεί το ψέμα να γίνει αντικείμενο ψυχοθεραπείας;

Ναι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει όχι μόνο αν μια δήλωση ήταν ανακριβής αλλά ποια λειτουργία είχε η απόκρυψη ή η εξαπάτηση: τι προστάτευε, τι απέφευγε και τι φοβόταν το άτομο ότι θα συνέβαινε αν έλεγε την αλήθεια.

Βιβλιογραφία

Blanchard, M., & Farber, B. A. (2016). Lying in psychotherapy: Why and what clients don’t tell their therapist about therapy and their relationship. Counselling Psychology Quarterly, 29(1), 90–112. https://doi.org/10.1080/09515070.2015.1085365

Curtis, D. A., & Hart, C. L. (2020). Deception in psychotherapy: Frequency, typology and relationship. Counselling and Psychotherapy Research, 20(1), 106–115. https://doi.org/10.1002/capr.12263

Decrop, R., & Docherty, M. (2024). Chronicle of deceit: Navigating the developmental cognitive landscape from childhood fabrications to prolific adulthood artistry. Developmental Review, 74, 101165. https://doi.org/10.1016/j.dr.2024.101165

Ding, X. P., Heyman, G. D., Sai, L., Yuan, F., Winkielman, P., Fu, G., & Lee, K. (2018). Learning to deceive has cognitive benefits. Journal of Experimental Child Psychology, 176, 26–38. https://doi.org/10.1016/j.jecp.2018.07.008

Ding, X. P., Wellman, H. M., Wang, Y., Fu, G., & Lee, K. (2015). Theory-of-mind training causes honest young children to lie. Psychological Science, 26(11), 1812–1821. https://doi.org/10.1177/0956797615604628

Farber, B. A. (2020). Disclosure, concealment, and dishonesty in psychotherapy: A clinically focused review. Journal of Clinical Psychology, 76(2), 251–257. https://doi.org/10.1002/jclp.22891

Guo, C. X., & Rochat, P. (2024). Reputation and prosocial lies in development. Social Development, 33(1), e12711. https://doi.org/10.1111/sode.12711

Hutchins, T. L. (2022). A review of the nature and development of lying and deception and considerations for teaching prosocial lying to autistic persons. Seminars in Speech and Language, 43(4), 316–330. https://doi.org/10.1055/s-0042-1750350

Lee, J. Y. S., & Imuta, K. (2021). Lying and Theory of Mind: A meta-analysis. Child Development, 92(2), 536–553. https://doi.org/10.1111/cdev.13535

Lee, K. (2013). Little liars: Development of verbal deception in children. Child Development Perspectives, 7(2), 91–96. https://doi.org/10.1111/cdep.12023

Levine, E. E., & Lupoli, M. J. (2022). Prosocial lies: Causes and consequences. Current Opinion in Psychology, 43, 335–340. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2021.08.006

Sai, L., Shang, S., Tay, C., Liu, X., Sheng, T., Fu, G., Ding, X. P., & Lee, K. (2021). Theory of mind, executive function, and lying in children: A meta-analysis. Developmental Science, 24(5), e13096. https://doi.org/10.1111/desc.13096

Talwar, V., Murphy, S. M., & Lee, K. (2007). White lie-telling in children for politeness purposes. International Journal of Behavioral Development, 31(1), 1–11. https://doi.org/10.1177/0165025406073530

Πλοήγηση άρθρων

📞 Κλήση📅 Ραντεβού