Υπάρχουν στιγμές στις οποίες ένας άνθρωπος δεν αμφιβάλλει απλώς για μια σκέψη. Αρχίζει να αμφιβάλλει για την ίδια του την ικανότητα να γνωρίζει τι αισθάνεται, τι θέλει, τι θυμάται ή τι σημαίνει γι’ αυτόν μια εμπειρία.
Μπορεί να σκέφτεται:
«Ξέρω τι αισθάνομαι — αλλά μήπως κάνω λάθος;»
Ή:
«Δεν αισθάνομαι αυτό που φοβάμαι ότι μπορεί να αισθάνομαι. Μήπως όμως το καταπιέζω τόσο πολύ ώστε να μην μπορώ να το αντιληφθώ;»
Ή ακόμη:
«Αν ένας άλλος άνθρωπος πρόσεξε κάτι πάνω μου, μήπως βλέπει κάτι που εγώ δεν μπορώ να δω;»
Σε αυτό το σημείο, η αμφιβολία παύει να αφορά μόνο το αρχικό ερώτημα. Αρχίζει να αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της εσωτερικής εμπειρίας.
Αυτό το φαινόμενο μπορεί να προσεγγιστεί από αρκετές διαφορετικές ερευνητικές έννοιες: ιδεοληπτική αμφιβολία (obsessional doubt), μεταγνωστική δυσπιστία (metacognitive distrust), δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty), υπερβολική αυτοπαρατήρηση ή αυτοπαρακολούθηση (excessive self-monitoring), ανάγκη για βεβαιότητα (need for certainty) και επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust).
Υπάρχει επίσης μια ακόμη έννοια που μπορεί να φωτίσει ένα συγκεκριμένο μέρος της εμπειρίας: η δυσανάλογη απόδοση σημασίας ή σημαντικότητας (aberrant salience) — με μια σημαντική επιφύλαξη: ο όρος προέρχεται κυρίως από τη βιβλιογραφία της ψύχωσης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να εξισώσει την ιδεοληπτική αμφιβολία με ψυχωτική εμπειρία.
Το ενδιαφέρον δεν είναι να χωρέσουμε έναν άνθρωπο σε μία ετικέτα. Είναι να καταλάβουμε πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένας αυτοενισχυόμενος κύκλος στον οποίο όσο περισσότερο προσπαθούμε να βεβαιωθούμε για το τι νιώθουμε, τόσο λιγότερο το εμπιστευόμαστε.
Η αμφιβολία δεν είναι από μόνη της πρόβλημα
Η δυνατότητα να αμφιβάλλουμε είναι απαραίτητη.
Μας επιτρέπει να διορθώνουμε λάθη, να αναθεωρούμε πεποιθήσεις και να μην αντιμετωπίζουμε κάθε πρώτη εντύπωση ως απόλυτη αλήθεια.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αμφιβολία δεν λειτουργεί πλέον ως εργαλείο σκέψης αλλά ως απαίτηση για οριστική βεβαιότητα.
Τότε μια απάντηση δεν αρκεί.
Ακολουθεί ένα νέο ερώτημα:
- «Κι αν κάνω λάθος;»
- «Κι αν δεν είμαι αρκετά ειλικρινής με τον εαυτό μου;»
- «Κι αν απλώς δεν το θυμάμαι σωστά;»
- «Κι αν το ότι νιώθω σίγουρος είναι μέρος του προβλήματος;»
- «Κι αν υπάρχει μια άλλη εξήγηση που δεν έχω σκεφτεί;»
Η λογική δυσκολία είναι ότι, για πολλά προσωπικά και συναισθηματικά ερωτήματα, η απόλυτη βεβαιότητα δεν είναι διαθέσιμη.
Όταν όμως ο νους απαιτεί 100% βεβαιότητα πριν σταματήσει να ελέγχει, δημιουργείται ένα πρόβλημα χωρίς φυσικό σημείο τερματισμού.
Τι είναι η ιδεοληπτική αμφιβολία (obsessional doubt);
Η ιδεοληπτική αμφιβολία (obsessional doubt) περιγράφει μια επίμονη αίσθηση ότι κάτι μπορεί να μην είναι όπως φαίνεται, ακόμη και όταν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για να συνεχίσει κανείς κανονικά.
Η αμφιβολία αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών εκδηλώσεων της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (Obsessive-Compulsive Disorder, OCD — Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή), αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αμφιβάλλει έντονα έχει OCD.
Στην κλασική μορφή ελέγχου, κάποιος μπορεί να έχει κλειδώσει την πόρτα και να θυμάται ότι την κλείδωσε, αλλά να εμφανίζεται η σκέψη:
«Κι αν τελικά δεν την κλείδωσα;»
Το ίδιο μοτίβο μπορεί να αφορά λιγότερο εξωτερικά γεγονότα και περισσότερο εσωτερικές εμπειρίες:
«Κι αν δεν ξέρω πραγματικά τι αισθάνομαι;»
«Κι αν η προτίμησή μου δεν είναι η πραγματική μου προτίμηση;»
«Κι αν δεν μπορώ να εμπιστευτώ την αντίδρασή μου;»
Σε αυτή τη μορφή, ο έλεγχος μπορεί να γίνεται νοητικά: ανασκόπηση αναμνήσεων, σύγκριση συναισθημάτων, παρατήρηση σωματικών αντιδράσεων ή επαναλαμβανόμενη αναζήτηση της «σωστής» εσωτερικής απάντησης.
Μεταγνωστική δυσπιστία (metacognitive distrust): όταν δεν εμπιστεύομαι τον τρόπο που γνωρίζω
Η μεταγνωστική δυσπιστία (metacognitive distrust) δεν αφορά απλώς το περιεχόμενο μιας σκέψης. Αφορά την εμπιστοσύνη στις ίδιες τις γνωστικές μας λειτουργίες:
- στη μνήμη,
- στην αντίληψη,
- στην κρίση,
- στην αίσθηση βεβαιότητας,
- και, σε ορισμένα μοντέλα, στην πρόσβαση στις εσωτερικές μας καταστάσεις.
Η σχετική έρευνα στο OCD είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Μετα-ανάλυση 19 μελετών βρήκε ότι άνθρωποι με OCD είχαν χαμηλότερη επίδοση και χαμηλότερη εμπιστοσύνη στη μνήμη και την αντίληψή τους σε σύγκριση με ομάδες ελέγχου. Το κρίσιμο όμως εύρημα ήταν ότι η εμπιστοσύνη ήταν περισσότερο μειωμένη από όσο θα δικαιολογούσε η πραγματική επίδοση (Dar et al., 2022).
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι μόνο:
«κάνω περισσότερα λάθη».
Μπορεί να είναι και:
«εμπιστεύομαι λιγότερο την ικανότητά μου απ’ όσο δικαιολογούν τα δεδομένα».
Αυτό έχει τεράστια σημασία όταν το αντικείμενο δεν είναι μια πόρτα ή μια συσκευή, αλλά το ίδιο το συναίσθημα.
Μπορεί ο έλεγχος να μειώνει την εμπιστοσύνη αντί να την αυξάνει;
Ναι — και αυτό είναι ένα από τα πιο παράδοξα ευρήματα της βιβλιογραφίας.
Ο έλεγχος συνήθως γίνεται για να αυξήσει τη βεβαιότητα.
Όμως η επανάληψή του μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 29 μελετών με 2.180 συμμετέχοντες βρήκε ότι ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος είχε μεγάλη επίδραση στη μείωση της εμπιστοσύνης στη μνήμη, ενώ η επίδραση στην πραγματική ακρίβεια της μνήμης ήταν πολύ μικρότερη (Abbasi Jondani et al., 2023).
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος:
αμφιβολία → έλεγχος → προσωρινή ανακούφιση → μικρότερη εμπιστοσύνη → μεγαλύτερη αμφιβολία → περισσότερος έλεγχος.
Κάτι παρόμοιο μπορεί να συμβεί και με την εσωτερική εμπειρία.
Αν κάποιος ρωτά τον εαυτό του δεκάδες φορές:
«Τι νιώθω τώρα;»
η ερώτηση παύει να είναι ουδέτερη.
Η ίδια η διαδικασία του ελέγχου μπορεί να αλλάξει την εμπειρία που προσπαθεί να μετρήσει.
Υπερβολική αυτοπαρατήρηση ή αυτοπαρακολούθηση (excessive self-monitoring)
Η αυτοπαρατήρηση ή αυτοπαρακολούθηση (self-monitoring) είναι φυσιολογική λειτουργία.
Χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαμε να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, να παρατηρούμε τις αντιδράσεις μας ή να καταλαβαίνουμε πότε κάτι μας επηρεάζει.
Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο:
«παρατηρώ τι νιώθω»
και στο:
«παρακολουθώ συνεχώς τον εαυτό μου για να αποδείξω τι νιώθω».
Στη δεύτερη περίπτωση, η προσοχή μπορεί να γίνει εξαιρετικά στενή.
Το άτομο μπορεί να παρακολουθεί:
- αν ένιωσε συγκεκριμένο συναίσθημα,
- πόσο έντονο ήταν,
- αν υπήρξε σωματική αντίδραση,
- αν μια σκέψη εμφανίστηκε αυθόρμητα,
- αν μια εικόνα δημιούργησε έλξη ή αποστροφή,
- αν η αντίδραση ήταν «αρκετά φυσική»,
- αν η απουσία αντίδρασης σημαίνει κάτι.
Εδώ εμφανίζεται ένα σημαντικό μεθοδολογικό πρόβλημα: η εσωτερική παρατήρηση δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από την πράξη της παρατήρησης.
Όταν προσπαθούμε αγχωμένα να εντοπίσουμε ένα συναίσθημα, αυξάνουμε ταυτόχρονα την προσοχή, τη διέγερση και την αμφιβολία γύρω από αυτό.
Άρα το αποτέλεσμα του «τεστ» δεν είναι απαραίτητα μια καθαρή μέτρηση της αυθόρμητης εμπειρίας.
Όταν η αμφιβολία μειώνει την πρόσβαση στο ίδιο το συναίσθημα
Υπάρχουν πειραματικά ευρήματα που κάνουν αυτό το σημείο ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Σε σειρά μελετών, οι Dar και συνεργάτες εξέτασαν την πρόσβαση σε συναισθηματικές καταστάσεις. Βρήκαν ότι υψηλότερες ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις συνδέονταν με χαμηλότερη επίδοση σε εργασίες που απαιτούσαν πρόσβαση στην άμεση συναισθηματική εμπειρία, αλλά όχι σε εργασίες που βασίζονταν απλώς σε θεωρητική γνώση για τα συναισθήματα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, όταν οι ερευνητές υπονόμευσαν πειραματικά την εμπιστοσύνη των συμμετεχόντων στην ικανότητά τους να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους, η πρόσβαση στην εμπειρία μειώθηκε (Dar et al., 2016).
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο:
όσο περισσότερο αμφισβητώ αν ξέρω τι νιώθω, τόσο δυσκολότερο μπορεί να γίνει πράγματι να έχω καθαρή πρόσβαση σε αυτό που νιώθω.
Έτσι, η δυσκολία δεν χρειάζεται να είναι αρχικά απόδειξη ότι υπάρχει κάποιο «κρυμμένο συναίσθημα».
Μπορεί να είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα της ίδιας της διαδικασίας αμφισβήτησης.
Αναζήτηση υποκατάστατων για εσωτερικές καταστάσεις (Seeking Proxies for Internal States, SPIS)
Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μοντέλο για αυτή την εμπειρία είναι το μοντέλο αναζήτησης υποκατάστατων για εσωτερικές καταστάσεις (Seeking Proxies for Internal States, SPIS).
Σύμφωνα με το μοντέλο, ορισμένα ιδεοψυχαναγκαστικά φαινόμενα μπορεί να συνδέονται με μειωμένη πρόσβαση ή μειωμένη εμπιστοσύνη σε εσωτερικές καταστάσεις όπως:
- συναισθήματα,
- προτιμήσεις,
- μνήμες,
- κίνητρα,
- σωματικές αισθήσεις,
- αίσθηση κατανόησης,
- αίσθηση ότι μια απόφαση είναι «σωστή».
Όταν η εσωτερική πληροφορία δεν μοιάζει αρκετά αξιόπιστη, το άτομο μπορεί να στραφεί σε υποκατάστατα (proxies) — εξωτερικούς ή περισσότερο «αντικειμενικούς» δείκτες που φαίνονται πιο εύκολο να ελεγχθούν (Dar et al., 2021; Lazarov et al., 2024).
Για παράδειγμα:
«Δεν είμαι σίγουρος αν πεινάω, άρα θα κοιτάξω πόσες ώρες έχουν περάσει από τότε που έφαγα.»
ή:
«Δεν είμαι βέβαιος αν μου αρέσει αυτό, άρα θα προσπαθήσω να καταλάβω τι δείχνει η συμπεριφορά μου.»
ή:
«Δεν ξέρω τι νιώθω, άρα ίσως οι άλλοι μπορούν να το δουν καλύτερα από εμένα.»
Μελέτες του μοντέλου SPIS έχουν πράγματι βρει μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικούς δείκτες σε ανθρώπους με υψηλότερες ιδεοψυχαναγκαστικές τάσεις, ακόμη και για καταστάσεις όπως η προτίμηση, η απόλαυση και η διαπροσωπική συμπάθεια (Liberman & Dar, 2018).
Αυτό μας φέρνει σε ένα κρίσιμο σημείο.
Όταν οι εξωτερικές ενδείξεις αποκτούν μεγαλύτερο κύρος από την εσωτερική εμπειρία
Ας φανταστούμε ότι ένας άνθρωπος έχει μια αρκετά καθαρή εσωτερική αίσθηση:
«Δεν νιώθω Χ.»
Κανονικά αυτό είναι μια πληροφορία.
Δεν είναι αλάνθαστη, αλλά έχει βάρος.
Αν όμως έχει αναπτυχθεί έντονη μεταγνωστική δυσπιστία, μπορεί να ακολουθήσει:
«Ναι, αλλά μήπως δεν μπορώ να καταλάβω τι πραγματικά νιώθω;»
Έπειτα μπορεί να εμφανιστεί μια εξωτερική ένδειξη:
κάποιος έκανε ένα σχόλιο, ένα βλέμμα φάνηκε ασυνήθιστο, μια συμπεριφορά ερμηνεύθηκε με συγκεκριμένο τρόπο.
Και τότε η ισορροπία μπορεί να αντιστραφεί:
η αβέβαιη ερμηνεία ενός εξωτερικού γεγονότος αποκτά μεγαλύτερο βάρος από την άμεση εσωτερική εμπειρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι δεν βλέπουν ποτέ πράγματα που εμείς δυσκολευόμαστε να δούμε.
Οι σχέσεις και η ανατροφοδότηση είναι βασικά μέσα αυτογνωσίας.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η αρχή γίνεται:
«η δική μου εμπειρία είναι εκ προοιμίου ύποπτη, ενώ κάθε εξωτερικό στοιχείο που ενισχύει την αμφιβολία θεωρείται πιο αξιόπιστο».
Τότε το σύστημα παύει να διορθώνει τον εαυτό του.
Δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty)
Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty) είναι η τάση να βιώνουμε την αβεβαιότητα ως ιδιαίτερα δυσάρεστη, απειλητική ή μη αποδεκτή.
Δεν είναι αποκλειστική στο OCD.
Συναντάται σε πολλά προβλήματα άγχους και αποτελεί διαγνωστικά μη ειδικό μηχανισμό.
Ωστόσο, η ανασκόπηση των Knowles και Olatunji βρήκε ισχυρή σχέση ανάμεσα στη δυσανεξία στην αβεβαιότητα και τα ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα και την πρότεινε ως πιθανό γνωστικό παράγοντα ευαλωτότητας για OCD, αν και τα δεδομένα δεν αρκούν ακόμη για να αποδειχθεί απλή αιτιότητα (Knowles & Olatunji, 2023).
Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα μετατρέπει το:
«δεν μπορώ να ξέρω απολύτως»
σε:
«πρέπει να βρω τρόπο να ξέρω απολύτως».
Εκεί γεννιέται η ανάγκη για βεβαιότητα (need for certainty).
Ο όρος εδώ δεν χρησιμοποιείται ως ξεχωριστή διάγνωση ή ως ένας μοναδικός καθιερωμένος μηχανισμός. Περιγράφει την κλινική προσπάθεια να εξαλειφθεί η αμφιβολία μέσω ελέγχου, ανάλυσης, διαβεβαίωσης ή νοητικών τεστ.
Γιατί η διαβεβαίωση δεν κλείνει πάντα την αμφιβολία;
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ρωτά:
«Είσαι σίγουρος ότι αυτό δεν σημαίνει Χ;»
Λαμβάνει διαβεβαίωση.
Για λίγο νιώθει καλύτερα.
Μετά εμφανίζεται:
«Ναι, αλλά μήπως δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσα;»
ή:
«Κι αν το είπε μόνο για να με καθησυχάσει;»
ή:
«Κι αν υπάρχει μια εξαίρεση;»
Η διαβεβαίωση λύνει προσωρινά το συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά δεν λύνει τον κανόνα που βρίσκεται από κάτω:
«Δεν επιτρέπεται να μείνει αβεβαιότητα.»
Γι’ αυτό και μια απάντηση μπορεί να γεννά την ανάγκη για επόμενη απάντηση.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με την εσωτερική διαβεβαίωση.
«Ξέρω τι νιώθω.»
γίνεται:
«Είμαι σίγουρος ότι ξέρω;»
και μετά:
«Είμαι σίγουρος ότι είμαι σίγουρος;»
Σε αυτό το επίπεδο, η σκέψη δεν μπορεί να κερδίσει, επειδή κάθε νέα απόδειξη μπορεί να μετατραπεί σε νέο αντικείμενο αμφιβολίας.
Δυσανάλογη απόδοση σημασίας (aberrant salience): μια χρήσιμη αλλά επικίνδυνη γέφυρα
Η δυσανάλογη απόδοση σημασίας ή σημαντικότητας (aberrant salience) περιγράφει την κατάσταση στην οποία ένα κατά τα άλλα ουδέτερο ή ασήμαντο ερέθισμα αποκτά ασυνήθιστα μεγάλη υποκειμενική σημασία.
Ο όρος έγινε γνωστός από το μοντέλο του Kapur για την ψύχωση, όπου η απορρύθμιση της ντοπαμινεργικής λειτουργίας προτάθηκε ότι μπορεί να κάνει ουδέτερα ερεθίσματα να βιώνονται ως ασυνήθιστα σημαντικά, δημιουργώντας την ανάγκη να βρεθεί μια εξήγηση γι’ αυτή την εμπειρία (Kapur, 2003).
Εδώ χρειάζεται πολύ καθαρή διάκριση:
η βιβλιογραφία αυτή αφορά κυρίως ψύχωση και σχιζοφρένεια. Δεν υπάρχει βάση για να πούμε ότι η ιδεοληπτική αμφιβολία είναι απλώς μια μορφή aberrant salience.
Μάλιστα, μια μεγάλη κριτική ανασκόπηση είκοσι χρόνια μετά την αρχική θεωρία υποστηρίζει ότι η απλή εκδοχή «υπερβολική ντοπαμίνη → aberrant salience → παραλήρημα» δεν εξηγεί επαρκώς όλα τα νεότερα δεδομένα. Σύγχρονα μοντέλα δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην επικαιροποίηση πεποιθήσεων (belief updating), στα σφάλματα πρόβλεψης (prediction errors) και στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος χειρίζεται την αβεβαιότητα (Corlett & Fraser, 2025).
Γιατί λοιπόν έχει νόημα να αναφέρουμε την έννοια;
Επειδή περιγράφει πολύ καλά μια φαινομενολογική στιγμή:
ένα ουδέτερο βλέμμα, μια λέξη ή μια σύμπτωση ξαφνικά μοιάζει να έχει υπερβολική σημασία.
Το λάθος θα ήταν να πούμε ότι αυτό αποδεικνύει ψύχωση ή ότι ο μηχανισμός είναι ο ίδιος.
Μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε την έννοια για να ρωτήσουμε:
τι συμβαίνει όταν ένα αμφίσημο ερέθισμα αποκτά τόσο μεγάλο βάρος ώστε ο άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να εξηγήσει τι σημαίνει;
Από τη σημαντικότητα στην ερμηνεία
Ας δούμε ένα ουδέτερο παράδειγμα.
Κάποιος μιλά σε μια ομάδα.
Ένα άτομο τον κοιτάζει για λίγο με μια έκφραση που δεν μπορεί να ερμηνεύσει.
Το γεγονός θα μπορούσε να περάσει σχεδόν απαρατήρητο.
Αν όμως αποκτήσει υπερβολική σημαντικότητα:
«Γιατί με κοίταξε έτσι;»
μπορεί να ακολουθήσει:
«Μήπως κατάλαβε κάτι;»
και μετά:
«Μήπως αυτό που κατάλαβε αφορά κάτι για μένα που εγώ δεν καταλαβαίνω;»
Σε έναν άνθρωπο που ήδη δυσπιστεί απέναντι στη δική του εσωτερική εμπειρία, η αμφίσημη εξωτερική πληροφορία μπορεί να λειτουργήσει σαν «αντικειμενικότερο» στοιχείο.
Έτσι σχηματίζεται ένας πιθανός κύκλος:
αμφίσημο ερέθισμα → αυξημένη σημαντικότητα → ανάγκη ερμηνείας → αυτοπαρατήρηση → αμφιβολία για την εσωτερική εμπειρία → αναζήτηση εξωτερικών ενδείξεων → ακόμη μεγαλύτερη σημαντικότητα των επόμενων ερεθισμάτων.
Αυτός ο κύκλος είναι μια κλινική σύνθεση διαφορετικών ερευνητικών ιδεών. Δεν αποτελεί από μόνος του έναν αποδεδειγμένο ενιαίο νευροβιολογικό μηχανισμό.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης.
Επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust): ποιον θεωρούμε αξιόπιστη πηγή γνώσης;
Η επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust) έχει διαφορετική θεωρητική προέλευση.
Δεν σημαίνει «εμπιστεύομαι τον εαυτό μου».
Στη θεωρία του mentalizing —ή νοητικοποίησης (mentalizing)— αφορά κυρίως την ικανότητα να αναγνωρίζουμε την κοινωνικά μεταδιδόμενη πληροφορία ως αξιόπιστη, σχετική και κατάλληλη να γενικευτεί πέρα από τη συγκεκριμένη στιγμή.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία διακρίνει:
- επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust),
- επιστημική δυσπιστία (epistemic mistrust),
- επιστημική ευπιστία (epistemic credulity).
Η τελευταία είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εδώ: η υπερβολική τάση να δίνεται βάρος στην πληροφορία από άλλους χωρίς επαρκή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της (Campbell et al., 2021).
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιδεοληπτική αμφιβολία ισοδυναμεί με επιστημική ευπιστία.
Μπορεί όμως να μας βοηθήσει να σκεφτούμε ένα κρίσιμο ερώτημα:
Πώς αποφασίζουμε ποια πηγή πληροφορίας έχει κύρος όταν οι εσωτερικές και οι εξωτερικές ενδείξεις διαφωνούν;
Η υγιής λειτουργία δεν είναι:
«πάντα εμπιστεύομαι τον εαυτό μου»
ούτε:
«οι άλλοι ξέρουν καλύτερα».
Είναι η δυνατότητα να αξιολογούμε και τις δύο πηγές με ευελιξία.
Όταν η επιστημική ισορροπία ανατρέπεται
Μπορούμε να περιγράψουμε μια πιθανή κατάσταση ως επιστημική ασυμμετρία — όχι ως επίσημη διάγνωση ή καθιερωμένο ερευνητικό construct, αλλά ως περιγραφική έννοια.
Σε αυτήν:
- η δική μου εμπειρία αντιμετωπίζεται ως μόνιμα αμφίβολη,
- οι εξωτερικές ενδείξεις που συμφωνούν με τον φόβο αποκτούν μεγάλη βαρύτητα,
- οι εξωτερικές ενδείξεις που τον διαψεύδουν απορρίπτονται ως «ίσως όχι αρκετά καλές»,
- η απουσία του φοβούμενου συναισθήματος ερμηνεύεται ως πιθανή καταπίεση,
- και η παρουσία άγχους ερμηνεύεται ως πιθανή απόδειξη ότι «κάτι υπάρχει».
Το αποτέλεσμα είναι ότι σχεδόν κάθε πιθανό δεδομένο μπορεί να ενσωματωθεί υπέρ της αμφιβολίας.
Για παράδειγμα:
«Δεν το νιώθω.»
→ «Ίσως το καταπιέζω.»
«Το σκέφτομαι συνέχεια.»
→ «Άρα μάλλον σημαίνει κάτι.»
«Νιώθω άγχος όταν το σκέφτομαι.»
→ «Ίσως το άγχος αποδεικνύει ότι είναι αλήθεια.»
«Ηρέμησα όταν πήρα διαβεβαίωση.»
→ «Ίσως όμως η ανακούφιση είναι απλώς άρνηση.»
Ένα σύστημα σαν αυτό γίνεται δύσκολο να διαψευστεί, επειδή ακόμη και η διάψευση μπορεί να μετατραπεί σε απόδειξη.
Το «δεν το νιώθω» είναι απόδειξη;
Όχι με την απόλυτη έννοια.
Η ανθρώπινη αυτογνωσία δεν είναι αλάνθαστη.
Μπορούμε να παρερμηνεύσουμε συναισθήματα, να αμυνθούμε απέναντι σε εμπειρίες και να αλλάξουμε μέσα στον χρόνο.
Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο:
«η εσωτερική εμπειρία δεν είναι τέλεια»
και στο:
«η εσωτερική εμπειρία δεν έχει καμία αποδεικτική αξία».
Αν ο δεύτερος κανόνας γίνει απόλυτος, τότε καμία προσωπική εμπειρία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πληροφορία.
Αυτό αφήνει τον άνθρωπο σε μια ατελείωτη αναζήτηση για έναν εξωτερικό κριτή που θα πιστοποιήσει ποιος είναι και τι αισθάνεται.
Γιατί η σκέψη μπορεί να γίνει πιο ισχυρή όσο περισσότερο την εξετάζω;
Οι ανεπιθύμητες ή παρείσακτες σκέψεις είναι πολύ συχνές στον γενικό πληθυσμό.
Αυτό που συχνά καθορίζει αν θα αποκτήσουν μεγάλη ψυχολογική βαρύτητα δεν είναι μόνο η παρουσία τους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται.
Μια σκέψη όπως:
«κι αν…;»
μπορεί να αντιμετωπιστεί ως νοητικό γεγονός.
Ή μπορεί να γίνει:
«γιατί μου ήρθε αυτή η σκέψη;»
→ «αν μου ήρθε, ίσως σημαίνει κάτι»
→ «πρέπει να βρω τι σημαίνει»
→ «αν δεν μπορώ να βρω απάντηση, κάτι κρύβεται».
Η επαναλαμβανόμενη ανάλυση αυξάνει τον χρόνο, την προσοχή και το συναισθηματικό βάρος που δίνεται στη σκέψη.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι:
«αφού απασχολεί τόσο πολύ το μυαλό μου, πρέπει να είναι σημαντική».
Όμως η συχνότητα μιας σκέψης μπορεί να αντανακλά και το πόσο πολύ προσπαθούμε να την ελέγξουμε.
Η ανάγκη να «αισθανθώ το σωστό συναίσθημα»
Μερικές φορές η αυτοπαρατήρηση μετατρέπεται σε ένα είδος εσωτερικού πειράματος.
Το άτομο μπορεί να εκθέτει τον εαυτό του σε εικόνες, ανθρώπους, αναμνήσεις ή σενάρια για να δει:
«Τι θα νιώσω;»
Στη συνέχεια παρακολουθεί:
- το σώμα,
- το συναίσθημα,
- την προσοχή,
- τη σκέψη,
- τη διέγερση,
- την απουσία διέγερσης.
Το πρόβλημα είναι ότι το άγχος μπορεί να δημιουργήσει σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις από μόνο του.
Έτσι μια αντίδραση που δημιουργήθηκε μέσα σε ένα αγχώδες «τεστ» μπορεί να ερμηνευτεί ως απόδειξη του πράγματος που το τεστ προσπαθούσε να εξακριβώσει.
Αυτό είναι ένας λόγος που η ψυχοθεραπεία συχνά δεν στοχεύει στο να πραγματοποιήσει το τέλειο εσωτερικό τεστ.
Στοχεύει στο να αλλάξει τη σχέση με την ανάγκη για τέτοια τεστ.
Ιδεοληπτική αμφιβολία και ψύχωση δεν είναι το ίδιο
Επειδή αναφέραμε τη δυσανάλογη απόδοση σημασίας (aberrant salience), χρειάζεται να τονίσουμε μια σημαντική διαφορά.
Στην ιδεοληπτική αμφιβολία, το χαρακτηριστικό συχνά είναι ακριβώς η έλλειψη βεβαιότητας:
«Μήπως;»
«Κι αν;»
«Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.»
Στην ψύχωση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναπτυχθεί πολύ μεγαλύτερη πεποίθηση σε μια εξήγηση που οι άλλοι δεν συμμερίζονται.
Η πραγματική κλινική διαφοροδιάγνωση είναι πιο σύνθετη και δεν γίνεται από ένα μόνο χαρακτηριστικό.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι η χρήση του όρου aberrant salience στο παρόν άρθρο είναι περιορισμένη και συγκριτική. Δεν αποτελεί διάγνωση ούτε ισχυρισμό ότι όποιος δίνει υπερβολικό βάρος σε ένα βλέμμα ή μια σύμπτωση βρίσκεται σε ψυχωτικό φάσμα.
Πού συνδέεται όλο αυτό με την ψυχοθεραπεία;
Η θεραπεία δεν χρειάζεται να απαντήσει στο κάθε «κι αν».
Αντίθετα, μπορεί να διερευνήσει τον ίδιο τον μηχανισμό:
- Γιατί χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα;
- Τι συμβαίνει όταν η απάντηση παραμένει ανοιχτή;
- Πότε άρχισε η δική μου εμπειρία να μοιάζει λιγότερο αξιόπιστη;
- Ποια εξωτερικά στοιχεία θεωρώ αυθεντία και γιατί;
- Παρατηρώ τον εαυτό μου για να τον γνωρίσω ή για να τον εξετάσω;
- Η αναζήτηση διαβεβαίωσης αυξάνει μακροπρόθεσμα την εμπιστοσύνη ή τη μειώνει;
- Μπορώ να αφήσω μια εσωτερική κατάσταση να υπάρχει χωρίς να την ανακρίνω;
Αυτό συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο ερώτημα που εξετάζεται στο άρθρο Γιατί καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει αλλά συνεχίζω να νιώθω το ίδιο;: η λογική κατανόηση και η βιωμένη συναισθηματική εμπειρία δεν είναι δύο εντελώς ανεξάρτητα συστήματα, αλλά ούτε αλλάζουν πάντα ταυτόχρονα.
Η ψυχοθεραπεία και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην εμπειρία
Ένας πιθανός θεραπευτικός στόχος δεν είναι η δημιουργία απόλυτης αυτοπεποίθησης.
Ούτε να μάθει κάποιος:
«ό,τι νιώθω είναι πάντα σωστό».
Πιο χρήσιμη είναι μια διαφορετική μορφή εμπιστοσύνης:
«η εσωτερική μου εμπειρία είναι πληροφορία που αξίζει να λαμβάνω σοβαρά υπόψη, χωρίς να απαιτώ να είναι αλάνθαστη».
Αυτό σημαίνει ότι μπορώ:
- να αναγνωρίζω τι αισθάνομαι τώρα,
- να επιτρέπω στο συναίσθημα να αλλάξει,
- να δέχομαι ότι δεν μπορώ να προβλέψω με βεβαιότητα το μέλλον,
- να ακούω τι λένε οι άλλοι χωρίς να τους παραδίδω την τελική εξουσία για το ποιος είμαι,
- να αμφιβάλλω χωρίς να πρέπει να εξαλείψω την αμφιβολία,
- να αποφεύγω την ατελείωτη επανάληψη εσωτερικών τεστ.
Μέσα από το πλαίσιο της επιστημικής εμπιστοσύνης (epistemic trust), η ψυχοθεραπεία μπορεί επίσης να λειτουργεί ως σχέση μέσα στην οποία η πληροφορία από έναν άλλο άνθρωπο δεν χρειάζεται ούτε να απορρίπτεται αυτόματα ούτε να γίνεται δεκτή άκριτα. Η πρόσφατη θεωρητική βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση μιας περισσότερο ευέλικτης επιστημικής στάσης μπορεί να αποτελεί μέρος του τρόπου με τον οποίο η θεραπεία ξανανοίγει τη δυνατότητα κοινωνικής μάθησης (Campbell et al., 2024).
Για το πώς η ψυχοθεραπευτική εμπειρία μπορεί να συνδέεται με μάθηση και μεταβολές σε δίκτυα του εγκεφάλου, μπορείτε να διαβάσετε και το άρθρο Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας;.
Δεν χρειάζεται να αποδείξω ποιος είμαι κάθε στιγμή
Ορισμένες προσωπικές αλήθειες δεν βιώνονται ως διανοητικά θεωρήματα.
Δεν χρειάζεται καθημερινά να αποδεικνύουμε:
- ποιον αγαπάμε,
- τι μας αρέσει,
- αν μια ανάμνηση «αισθάνεται αρκετά αληθινή»,
- αν ένα συναίσθημα είναι 100% αυθεντικό,
- αν η προσωπικότητά μας είναι ακριβώς ίδια με χθες.
Η εσωτερική ζωή περιλαμβάνει αμφισημία.
Μπορεί να υπάρχουν αντιφατικά συναισθήματα.
Μπορεί οι προτιμήσεις να αλλάζουν.
Μπορεί να υπάρχουν σκέψεις που δεν αντιπροσωπεύουν επιθυμία, και επιθυμίες που δεν συνοδεύονται πάντα από έντονη σκέψη.
Η ψυχική ελευθερία δεν προκύπτει απαραίτητα όταν λύσουμε κάθε ερώτημα.
Μερικές φορές προκύπτει όταν δεν χρειάζεται πλέον να εξετάζουμε ασταμάτητα τον εαυτό μας για να δικαιούμαστε να τον εμπιστευτούμε.
Ένας πιθανός φαύλος κύκλος
Μπορούμε να συνοψίσουμε όσα εξετάσαμε ως εξής:
- Εμφανίζεται ένα αμφίσημο ερέθισμα ή μια παρείσακτη σκέψη.
- Του αποδίδεται μεγάλη σημασία.
- Εμφανίζεται η ανάγκη να βρεθεί τι «πραγματικά σημαίνει».
- Αυξάνεται η αυτοπαρατήρηση.
- Η αυξημένη παρατήρηση δημιουργεί περισσότερη αμφιβολία.
- Μειώνεται η εμπιστοσύνη στην εσωτερική εμπειρία.
- Αναζητούνται υποκατάστατα: κανόνες, τεστ, αναμνήσεις, γνώμες άλλων, εξωτερικά σημάδια.
- Έρχεται προσωρινή ανακούφιση.
- Η αβεβαιότητα επιστρέφει.
- Το επόμενο αμφίσημο ερέθισμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημαντικότητα.
Ο κύκλος αυτός συνδυάζει ευρήματα και θεωρίες από διαφορετικές ερευνητικές παραδόσεις. Δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως ένας ενιαίος αποδεδειγμένος μηχανισμός για όλους τους ανθρώπους.
Είναι όμως ένα χρήσιμο μοντέλο για να κατανοήσουμε γιατί η αναζήτηση βεβαιότητας μπορεί τελικά να παράγει περισσότερη αμφιβολία.
Πότε αξίζει να ζητήσω βοήθεια;
Η αυτοπαρατήρηση και η αμφιβολία είναι φυσιολογικές.
Αξίζει να εξεταστούν κλινικά όταν:
- καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ημέρας,
- οδηγούν σε επαναλαμβανόμενο έλεγχο (checking) ή αναζήτηση διαβεβαίωσης (reassurance seeking),
- το άτομο δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις χωρίς εξωτερική επιβεβαίωση,
- οι σχέσεις επηρεάζονται από συνεχείς ερωτήσεις ή ελέγχους,
- υπάρχει έντονη δυσφορία,
- η ανάγκη για βεβαιότητα περιορίζει την καθημερινότητα,
- ή η αμφιβολία αφορά διαρκώς βασικές πτυχές της ταυτότητας και της εμπειρίας.
Μια επαγγελματική αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει να διακριθεί αν πρόκειται για OCD, άλλη αγχώδη δυσκολία, τραυματική εμπειρία, πρόβλημα στη ρύθμιση συναισθήματος ή κάτι διαφορετικό.
Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να προκύπτει από διαφορετικούς μηχανισμούς.
Συμπέρασμα
Η πιο δύσκολη μορφή αμφιβολίας δεν είναι πάντα:
«Δεν ξέρω την απάντηση.»
Μπορεί να είναι:
«Δεν ξέρω αν μπορώ να εμπιστευτώ τον ίδιο μου τον τρόπο να γνωρίζω την απάντηση.»
Η έρευνα στο OCD δείχνει ότι η εμπιστοσύνη στη μνήμη και την αντίληψη μπορεί να είναι περισσότερο μειωμένη από όσο δικαιολογεί η πραγματική απόδοση, ενώ ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος μπορεί να επιδεινώνει ακριβώς αυτή την έλλειψη εμπιστοσύνης (Dar et al., 2022; Abbasi Jondani et al., 2023).
Το μοντέλο αναζήτησης υποκατάστατων για εσωτερικές καταστάσεις (Seeking Proxies for Internal States, SPIS) προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι: όταν η πρόσβαση στη δική μας εμπειρία γίνεται αμφίβολη, μπορεί να αρχίσουμε να βασιζόμαστε περισσότερο σε κανόνες, τεστ και εξωτερικές πηγές πληροφορίας (Dar et al., 2021; Lazarov et al., 2024).
Η δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty) μπορεί να κάνει το «δεν ξέρω απόλυτα» να μοιάζει απαράδεκτο.
Η υπερβολική αυτοπαρατήρηση (excessive self-monitoring) μπορεί να μετατρέψει την εμπειρία σε διαρκή εξέταση.
Και η συζήτηση για την επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust) μας θυμίζει ότι ψυχική υγεία δεν σημαίνει ούτε να απορρίπτουμε όσα μας λένε οι άλλοι ούτε να θεωρούμε ότι γνωρίζουν καλύτερα από εμάς την προσωπική μας εμπειρία.
Η πιο ώριμη θέση ίσως βρίσκεται κάπου ανάμεσα:
να μπορώ να ακούω τον εαυτό μου χωρίς να απαιτώ να είναι αλάνθαστος, να ακούω τους άλλους χωρίς να τους κάνω απόλυτη αυθεντία και να αντέχω ότι ορισμένα ανθρώπινα ερωτήματα δεν προσφέρουν ποτέ 100% βεβαιότητα.
Συχνές ερωτήσεις
Τι είναι η ιδεοληπτική αμφιβολία (obsessional doubt);
Είναι μια επίμονη αμφιβολία που μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για να προχωρήσει κανείς. Αποτελεί συχνό χαρακτηριστικό του OCD, αλλά η παρουσία έντονης αμφιβολίας από μόνη της δεν αρκεί για διάγνωση.
Τι είναι η μεταγνωστική δυσπιστία (metacognitive distrust);
Είναι μειωμένη εμπιστοσύνη στις ίδιες μας τις γνωστικές λειτουργίες, όπως μνήμη, αντίληψη ή κρίση. Στο OCD, η έρευνα δείχνει ότι η εμπιστοσύνη μπορεί να είναι χαμηλότερη από όσο θα δικαιολογούσε η πραγματική επίδοση.
Τι είναι η δυσανεξία στην αβεβαιότητα (intolerance of uncertainty);
Είναι η δυσκολία να αντέξουμε καταστάσεις στις οποίες δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα. Συνδέεται με πολλές αγχώδεις δυσκολίες και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην έρευνα του OCD.
Τι σημαίνει υπερβολική αυτοπαρατήρηση (excessive self-monitoring);
Είναι η συνεχής παρακολούθηση σκέψεων, συναισθημάτων ή σωματικών αντιδράσεων με σκοπό να εξαχθεί μια βέβαιη απάντηση για το τι πραγματικά αισθανόμαστε. Η φυσιολογική αυτοπαρατήρηση δεν είναι προβληματική· η δυσκολία εμφανίζεται όταν μετατρέπεται σε επαναλαμβανόμενο έλεγχο.
Τι είναι η επιστημική εμπιστοσύνη (epistemic trust);
Είναι η ικανότητα να αξιολογούμε πληροφορίες που μεταδίδονται από άλλους ως αξιόπιστες και προσωπικά σχετικές. Δεν είναι συνώνυμη με την αυτοπεποίθηση. Η σχετική θεωρία διακρίνει επίσης επιστημική δυσπιστία και επιστημική ευπιστία.
Τι είναι η δυσανάλογη απόδοση σημασίας (aberrant salience);
Είναι η απόδοση ασυνήθιστα μεγάλης σημαντικότητας σε ουδέτερα ή αμφίσημα ερεθίσματα. Η έννοια προέρχεται κυρίως από την έρευνα της ψύχωσης. Στο άρθρο χρησιμοποιείται συγκριτικά για να περιγράψει πώς ένα μικρό ερέθισμα μπορεί να αποκτήσει υπερβολική υποκειμενική βαρύτητα, όχι για να εξισώσει την ιδεοληπτική αμφιβολία με ψύχωση.
Γιατί όσο περισσότερο ελέγχω τόσο λιγότερο σίγουρος νιώθω;
Η πειραματική βιβλιογραφία δείχνει ότι ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος μπορεί να μειώνει την εμπιστοσύνη στη μνήμη πολύ περισσότερο από όσο επηρεάζει την πραγματική ακρίβεια. Έτσι ο έλεγχος μπορεί να συντηρεί τον ίδιο κύκλο αμφιβολίας που προσπαθεί να λύσει.
Βιβλιογραφία
Abbasi Jondani, J., Yazdkhasti, F., & Abedi, A. (2023). Memory confidence and memory accuracy deterioration following repeated checking: A systematic review and meta-analysis. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 81, 101855. https://doi.org/10.1016/j.jbtep.2023.101855
Campbell, C., Kumpasoğlu, G. B., & Fonagy, P. (2024). Mentalizing, epistemic trust, and the active ingredients of psychotherapy. Psychodynamic Psychiatry, 52(4), 435–451. https://doi.org/10.1521/pdps.2024.52.4.435
Campbell, C., Tanzer, M., Saunders, R., Booker, T., Allison, E., Li, E., O’Dowda, C., Luyten, P., & Fonagy, P. (2021). Development and validation of a self-report measure of epistemic trust. PLOS ONE, 16(4), e0250264. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0250264
Corlett, P. R., & Fraser, K. M. (2025). 20 years of aberrant salience in psychosis: What have we learned? American Journal of Psychiatry, 182(9), 819–829. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.20240556
Dar, R., Lazarov, A., & Liberman, N. (2016). How can I know what I’m feeling? Obsessive-compulsive tendencies and induced doubt are related to reduced access to emotional states. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 52, 128–137. https://doi.org/10.1016/j.jbtep.2016.04.004
Dar, R., Lazarov, A., & Liberman, N. (2021). Seeking proxies for internal states (SPIS): Towards a novel model of obsessive-compulsive disorder. Behaviour Research and Therapy, 147, 103987. https://doi.org/10.1016/j.brat.2021.103987
Dar, R., Sarna, N., Yardeni, G., & Lazarov, A. (2022). Are people with obsessive-compulsive disorder under-confident in their memory and perception? A review and meta-analysis. Psychological Medicine, 52(13), 2404–2412. https://doi.org/10.1017/S0033291722001908
Kapur, S. (2003). Psychosis as a state of aberrant salience: A framework linking biology, phenomenology, and pharmacology in schizophrenia. American Journal of Psychiatry, 160(1), 13–23. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.160.1.13
Knowles, K. A., & Olatunji, B. O. (2023). Intolerance of uncertainty as a cognitive vulnerability for obsessive-compulsive disorder: A qualitative review. Clinical Psychology: Science and Practice, 30(3), 317–330. https://doi.org/10.1037/cps0000150
Lazarov, A., Liberman, N., & Dar, R. (2024). The Seeking Proxies for Internal States (SPIS) model of OCD: A comprehensive review of current findings and implications for future directions. Current Neuropharmacology, 22(11), 1807–1825. https://doi.org/10.2174/1570159X21666230920165403
Liberman, N., & Dar, R. (2018). Obsessive-compulsive tendencies are related to seeking proxies for internal states in everyday life. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 61, 164–171. https://doi.org/10.1016/j.jbtep.2018.08.002
Strauss, A. Y., Fradkin, I., McNally, R. J., Linkovski, O., Anholt, G. E., & Huppert, J. D. (2020). Why check? A meta-analysis of checking in obsessive-compulsive disorder: Threat vs. distrust of senses. Clinical Psychology Review, 75, 101807. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2019.101807
Πλοήγηση άρθρων
Γιατί δυσκολεύομαι να βάλω όρια χωρίς ενοχές;
Γιατί ένα «όχι» μπορεί να φέρνει ενοχή; Τι δείχνει η έρευνα για όρια, διεκδικητικότητα, αυτοσίγαση, attachment και υπερβολική ευθύνη για τους άλλους.
Παλαιότερο άρθροΌταν η οικειότητα ενεργοποιεί φόβο: τραύμα, attachment και ενήλικες σχέσεις
Πώς το τραύμα μπορεί να επηρεάσει την εμπιστοσύνη, την οικειότητα και την αίσθηση ασφάλειας στις ενήλικες σχέσεις — χωρίς να καθορίζει το μέλλον.
