Η οικειότητα συνήθως συνδέεται με ασφάλεια, φροντίδα και σύνδεση. Για κάποιους ανθρώπους, όμως, όσο πιο σημαντική γίνεται μια σχέση τόσο περισσότερο μπορεί να ενεργοποιούνται φόβος, αμφιβολία ή ανάγκη για προστασία.
Κάποιος μπορεί να θέλει πολύ να έρθει κοντά σε έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να φοβάται τι θα συμβεί αν εξαρτηθεί από αυτόν. Μπορεί να ζητά διαβεβαίωση και λίγο αργότερα να αμφιβάλλει αν αυτή η διαβεβαίωση είναι αληθινή. Μπορεί να αισθάνεται ασφαλής όσο μια σχέση παραμένει σχετικά επιφανειακή και να αρχίζει να δυσκολεύεται ακριβώς όταν αποκτά πραγματική συναισθηματική σημασία.
Αυτές οι αντιδράσεις δεν εξηγούνται όλες με τον ίδιο τρόπο. Μερικές σχετίζονται με attachment, άλλες με τραυματικές εμπειρίες, άλλες με PTSD ή με την πραγματική ποιότητα της σημερινής σχέσης. Συχνά οι παράγοντες αυτοί αλληλεπιδρούν.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τραύμα και insecure attachment συνδέονται, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Τραύμα και attachment: σχετίζονται, αλλά δεν ταυτίζονται
Το attachment αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η αναζήτηση ασφάλειας και υποστήριξης μέσα στις σημαντικές σχέσεις. Αν θέλετε μια πιο αναλυτική παρουσίαση των διαστάσεων attachment anxiety και avoidance, υπάρχει ξεχωριστά στο άρθρο Attachment στην ενήλικη ζωή: πώς οι πρώτες σχέσεις επηρεάζουν τις σημερινές;.
Το τραύμα αφορά ευρύτερες διαδικασίες. Μπορεί να επηρεάσει:
- τη μνήμη απειλής,
- την υπερεπαγρύπνηση,
- την αποφυγή,
- το αίσθημα ντροπής ή αβοηθησίας,
- τη σωματική διέγερση,
- την αποσύνδεση,
- και τον τρόπο με τον οποίο διακρίνουμε την ασφάλεια από τον κίνδυνο.
Η πιο πρόσφατη μεγάλη μετα-ανάλυση πάνω στη σχέση παιδικής κακομεταχείρισης και adult attachment περιέλαβε 1.304 effect sizes από 228 ανεξάρτητα δείγματα, 211 μελέτες και συνολικά 82.376 συμμετέχοντες. Η παιδική κακομεταχείριση συσχετίστηκε με υψηλότερο attachment anxiety (r = .23) και attachment avoidance (r = .20), με ισχυρότερες συσχετίσεις σε μορφές συναισθηματικής κακομεταχείρισης (Li et al., 2026).
Τα μεγέθη αυτά έχουν σημασία, αλλά δεν υποστηρίζουν έναν ντετερμινιστικό κανόνα.
Το ιστορικό κακομεταχείρισης αυξάνει την πιθανότητα attachment insecurity· δεν καθορίζει το αποτέλεσμα για κάθε άνθρωπο.
Όταν το πρόσωπο ασφάλειας είναι ταυτόχρονα και πηγή φόβου
Η σύνδεση ανάμεσα στο trauma και στο attachment γίνεται πιο κατανοητή όταν η απειλή εμφανίζεται μέσα στην ίδια σχέση από την οποία το παιδί εξαρτάται.
Το παιδί έχει ανάγκη τον φροντιστή για:
- προστασία,
- παρηγοριά,
- ρύθμιση του φόβου,
- φροντίδα,
- και πρακτικά για την επιβίωσή του.
Αν όμως ο ίδιος άνθρωπος είναι απρόβλεπτος, τρομακτικός, βίαιος, ταπεινωτικός ή συναισθηματικά μη διαθέσιμος, δημιουργείται μια δύσκολη κατάσταση.
Η ανάγκη για σύνδεση δεν εξαφανίζεται.
Ταυτόχρονα όμως, η σύνδεση μπορεί να έχει αποκτήσει και νόημα κινδύνου.
Στην ενήλικη ζωή αυτό μπορεί να εμφανίζεται όχι ως συνειδητή σκέψη αλλά ως αντίφαση:
«Σε χρειάζομαι, αλλά όταν σε χρειάζομαι αισθάνομαι εκτεθειμένος.»
ή:
«Θέλω να είσαι κοντά, αλλά όταν έρχεσαι πολύ κοντά φοβάμαι ότι θα χάσω τον έλεγχο.»
Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με μια τέτοια ιστορία θα έχει αυτή την εμπειρία. Δείχνει όμως έναν πιθανό δρόμο μέσω του οποίου η οικειότητα μπορεί να συνδεθεί ταυτόχρονα με ασφάλεια και απειλή.
Γιατί ο φόβος μπορεί να εμφανίζεται όταν η σχέση πηγαίνει καλά;
Αυτό φαίνεται παράδοξο.
Αν ένας άνθρωπος είναι πραγματικά υποστηρικτικός, γιατί να αυξάνεται ο φόβος;
Επειδή μια σημαντική σχέση αυξάνει και το διακύβευμα.
Όσο περισσότερο ενδιαφέρεται κάποιος για έναν άνθρωπο, τόσο περισσότερο υπάρχει κάτι που μπορεί να χαθεί. Η εμπιστοσύνη προϋποθέτει ότι ο άλλος αποκτά πρόσβαση σε πλευρές μας που δεν είναι πλήρως προστατευμένες.
Για κάποιον που έχει μάθει ότι η εξάρτηση συνοδεύεται από πληγή, η αυξανόμενη οικειότητα μπορεί να ενεργοποιεί παλιές προσδοκίες ακόμη κι αν η σημερινή σχέση είναι διαφορετική.
Έτσι, ο φόβος δεν αποδεικνύει ότι η σχέση είναι επικίνδυνη.
Αλλά ούτε πρέπει να θεωρούμε κάθε φόβο «τραύμα». Η σημερινή σχέση πρέπει πάντα να αξιολογείται και με βάση τη σημερινή πραγματικότητα.
Όταν η προσοχή ψάχνει συνεχώς για σημάδια κινδύνου
Μετά από ορισμένες τραυματικές εμπειρίες, ο οργανισμός μπορεί να γίνει περισσότερο ευαίσθητος σε ενδείξεις πιθανής απειλής. Αυτό το εξετάζουμε αναλυτικότερα στο άρθρο Τραύμα και νευρικό σύστημα: γιατί το σώμα αντιδρά ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει περάσει;.
Στις σχέσεις, η δυσκολία είναι ότι τα κοινωνικά σήματα είναι συχνά αμφίσημα.
Ο σύντροφος μπορεί:
- να είναι κουρασμένος,
- να απαντήσει πιο σύντομα,
- να ζητήσει λίγο χρόνο μόνος,
- να φαίνεται αφηρημένος,
- να αργήσει να απαντήσει σε ένα μήνυμα.
Καμία από αυτές τις συμπεριφορές δεν έχει μία μοναδική ερμηνεία.
Αν όμως κάποιος έχει μάθει ότι μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά ενός σημαντικού ανθρώπου μπορεί να προαναγγέλλουν απόρριψη, θυμό ή βία, η προσοχή μπορεί να στρέφεται πολύ γρήγορα σε τέτοιες λεπτομέρειες.
Το πρόβλημα τότε δεν είναι μόνο «νιώθω περισσότερο φόβο».
Είναι και ότι η αμφίσημη πληροφορία μπορεί να ερμηνεύεται μέσα από μια ήδη ευαίσθητη προσδοκία κινδύνου.
Γιατί μερικές φορές η διαβεβαίωση δεν «μένει»;
Ένα ιδιαίτερα δύσκολο φαινόμενο είναι όταν κάποιος ζητά διαβεβαίωση, τη λαμβάνει, ανακουφίζεται προσωρινά και λίγο αργότερα επιστρέφει η ίδια αμφιβολία.
Ο σύντροφος λέει:
«Είμαι εδώ.»
Για λίγο το άγχος μειώνεται.
Μετά εμφανίζεται:
«Ναι, αλλά το εννοεί;»
ή:
«Και αν αύριο αλλάξει γνώμη;»
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η διαβεβαίωση ήταν άχρηστη.
Μπορεί να σημαίνει ότι μια καινούργια εμπειρία πρέπει να ανταγωνιστεί πολύ παλαιότερες προσδοκίες.
Εδώ έχει ενδιαφέρον μια μελέτη 427 ατόμων σε σχέση και ενός δεύτερου δείγματος 159 ζευγαριών. Η συσσωρευμένη παιδική κακομεταχείριση συνδεόταν με χαμηλότερη perceived partner responsiveness — δηλαδή μικρότερη αίσθηση ότι ο σύντροφος κατανοεί, φροντίζει και επικυρώνει το άτομο — και μέρος αυτής της σχέσης περνούσε μέσα από attachment anxiety και avoidance (Gosselin et al., 2024).
Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι ένας άνθρωπος «δεν βλέπει την πραγματικότητα». Δείχνει όμως ότι η ιστορία και οι σχεσιακές προσδοκίες μπορούν να συμμετέχουν στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η ανταπόκριση του σημερινού συντρόφου.
Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας σύντροφος λέει:
«Θέλω λίγο χρόνο μόνος μου απόψε.»
Για έναν άνθρωπο αυτό μπορεί να σημαίνει:
«Είναι κουρασμένος και χρειάζεται χώρο.»
Για έναν άλλον:
«Αρχίζει να απομακρύνεται.»
Για έναν τρίτο:
«Προσπαθεί να με ελέγξει.»
Η εξωτερική πληροφορία είναι η ίδια.
Αλλά το νόημά της σχηματίζεται μέσα από το παρόν και την προηγούμενη εμπειρία.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η θεραπεία δεν αφορά μόνο το να αλλάξει κάποιος «αρνητικές σκέψεις». Χρειάζεται να κατανοηθεί πώς δημιουργείται το νόημα μιας συγκεκριμένης στιγμής.
Πώς ξεχωρίζουμε το παρόν από το παρελθόν;
Δεν υπάρχει ένα τεστ που να απαντά πάντα.
Οι σημερινές σχέσεις είναι πραγματικές. Ένας άνθρωπος μπορεί όντως να είναι ασυνεπής, απορριπτικός, ελεγκτικός ή μη ασφαλής.
Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο να μετατρέπεται κάθε δυσφορία σε:
«Αυτό είναι απλώς το τραύμα σου.»
Μια πιο χρήσιμη διερεύνηση μπορεί να εξετάζει:
- τι συνέβη αντικειμενικά τώρα,
- τι νόημα απέκτησε αμέσως αυτό το γεγονός,
- πόσο γρήγορα εμφανίστηκε βεβαιότητα για την πρόθεση του άλλου,
- αν το ίδιο συναίσθημα εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές σχέσεις,
- αν νέες πληροφορίες μπορούν να αλλάξουν την αρχική ερμηνεία,
- αν η ένταση της αντίδρασης φαίνεται να κουβαλά κάτι περισσότερο από τη συγκεκριμένη στιγμή.
Το ζητούμενο δεν είναι να αμφισβητηθεί το συναίσθημα.
Είναι να καταλάβουμε καλύτερα σε τι ακριβώς ανταποκρίνεται.
Trauma, attachment και PTSD δεν είναι τρεις λέξεις για το ίδιο πράγμα
Ένα συχνό λάθος είναι να χρησιμοποιούνται οι όροι σαν να είναι εναλλάξιμοι.
Δεν είναι.
Κάποιος μπορεί να έχει:
- ιστορικό τραυματικών εμπειριών χωρίς PTSD,
- PTSD χωρίς έντονη attachment insecurity,
- attachment insecurity χωρίς PTSD,
- ή συνδυασμό διαφορετικών δυσκολιών.
Το PTSD μπορεί να περιλαμβάνει επανειλημμένες ανεπιθύμητες αναμνήσεις, αποφυγή, υπερεπαγρύπνηση, αρνητικές μεταβολές στη διάθεση και στη σκέψη και άλλες δυσκολίες.
Το attachment περιγράφει περισσότερο τις στρατηγικές και προσδοκίες γύρω από την εγγύτητα, την υποστήριξη και τη διαθεσιμότητα σημαντικών άλλων.
Μετα-αναλυτική έρευνα έχει βρει ότι PTSD συνδέεται με δυσκολίες στις συντροφικές σχέσεις (Taft et al., 2011). Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυσκολίες αυτές εξηγούνται όλες από attachment.
Το τραυματικό ιστορικό μπορεί να επηρεάζει και τον σύντροφο
Μια στενή σχέση είναι αμφίδρομο σύστημα.
Οι δυσκολίες ενός ανθρώπου μπορούν να επηρεάζουν τον άλλον — και το αντίστροφο.
Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 28 ανεξάρτητων δειγμάτων βρήκε ότι το ιστορικό παιδικής κακομεταχείρισης ενός ατόμου είχε μικρές αλλά στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις με:
- χαμηλότερη ικανοποίηση σχέσης του συντρόφου (
r = -.09), - περισσότερη βία στη σχέση (
r = .08), - μεγαλύτερη ψυχολογική δυσφορία του συντρόφου (
r = .11) (Vaillancourt-Morel et al., 2024).
Τα effect sizes είναι μικρά.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία.
Δεν δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι το τραυματικό ιστορικό «καταστρέφει» τις σχέσεις.
Δείχνει όμως ότι όταν ένα άτομο δυσκολεύεται, οι συνέπειες μπορεί να εμφανίζονται και στη δυναμική του ζευγαριού.
Τι είναι — και τι δεν είναι — trauma bond;
Ο όρος trauma bond χρησιμοποιείται πολύ χαλαρά στο διαδίκτυο.
Δεν σημαίνει απλώς:
- μια πολύ έντονη σχέση,
- μια σχέση από την οποία δυσκολεύεται κάποιος να φύγει,
- έναν σύντροφο με insecure attachment,
- ή μια σχέση που ενεργοποιεί παλιά τραύματα.
Ο όρος χρησιμοποιείται για δεσμούς που αναπτύσσονται μέσα σε κακοποιητικές ή καταναγκαστικές δυναμικές, όπου φόβος, έλεγχος, κακοποίηση και περίοδοι ανακούφισης ή επανασύνδεσης μπορούν να ενισχύουν τη συναισθηματική προσκόλληση.
Δεν είναι συνώνυμο του attachment.
Και κυρίως, όταν υπάρχει πραγματική κακοποίηση, το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο:
«Τι attachment style έχουμε;»
Η ασφάλεια και τα όρια έχουν προτεραιότητα.
Η κατανόηση δεν πρέπει να γίνεται δικαιολογία
Ένα τραυματικό ιστορικό μπορεί να βοηθά να καταλάβουμε γιατί ένας άνθρωπος:
- φοβάται έντονα την απόρριψη,
- δυσκολεύεται να εμπιστευτεί,
- αποσύρεται όταν νιώθει ευάλωτος,
- αντιδρά πολύ γρήγορα σε πιθανή απειλή.
Δεν δικαιολογεί όμως:
- βία,
- έλεγχο,
- απειλές,
- παρακολούθηση,
- παραβίαση ορίων,
- ή συστηματική κακοποίηση.
Η ψυχολογική εξήγηση μιας συμπεριφοράς και η ευθύνη για αυτή τη συμπεριφορά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Μπορεί μια καλή σχέση να αλλάξει αυτές τις προσδοκίες;
Οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ασφάλειας μπορούν να έχουν σημασία.
Μια σχετικά ασφαλής σχέση δεν είναι μια σχέση χωρίς σύγκρουση.
Μπορεί όμως να προσφέρει εμπειρίες όπως:
- «η διαφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη»,
- «ένα όριο δεν είναι πάντα απόρριψη»,
- «ο άλλος μπορεί να χρειάζεται χώρο και να παραμένει διαθέσιμος»,
- «η ανάγκη μου δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ταπείνωση»,
- «η οικειότητα δεν απαιτεί να χάσω την αυτονομία μου».
Αυτές οι εμπειρίες χρειάζονται συνήθως χρόνο.
Μία καλή στιγμή δεν διαγράφει αυτομάτως χρόνια προηγούμενης μάθησης.
Αλλά η ανάπτυξη δεν σταματά στην παιδική ηλικία.
Ο σύντροφος δεν είναι θεραπευτής
Μια υποστηρικτική σχέση μπορεί να βοηθήσει πολύ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο σύντροφος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τη ρύθμιση του άλλου.
Ο σύντροφος μπορεί:
- να είναι συνεπής,
- να ακούει,
- να σέβεται όρια,
- να συζητά παρεξηγήσεις,
- να προσφέρει διαβεβαίωση.
Δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο άλλος δεν θα φοβηθεί ξανά.
Ούτε είναι λειτουργικό μια σχέση να οργανώνεται γύρω από συνεχή επιβεβαίωση ή έλεγχο.
Η ασφάλεια περιλαμβάνει σταδιακά μεγαλύτερη δυνατότητα τόσο για σύνδεση όσο και για αυτορρύθμιση.
Τι μπορεί να κάνει η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να εξετάσει όχι μόνο τι νιώθει, αλλά και τι περιμένει ότι θα συμβεί όταν έρχεται κοντά σε κάποιον.
Να αναγνωριστούν οι προσδοκίες
Για παράδειγμα:
- «αν εξαρτηθώ, θα πληγωθώ»,
- «αν ζητήσω κάτι, θα απορριφθώ»,
- «αν κάποιος απομακρυνθεί λίγο, σημαίνει ότι με εγκαταλείπει»,
- «αν χαλαρώσω, θα χάσω τον έλεγχο».
Να ξεχωρίζει περισσότερο το τώρα από το τότε
Μια σημερινή κατάσταση μπορεί να θυμίζει μια παλιά χωρίς να είναι ίδια.
Να παρατηρείται η αντίδραση πριν γίνει αυτόματη συμπεριφορά
Το συναίσθημα δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να υπάρξει περισσότερη επιλογή.
Να εξεταστούν οι προσδοκίες μέσα στη θεραπευτική σχέση
Ένας άνθρωπος μπορεί να περιμένει ότι και ο θεραπευτής θα τον κρίνει, θα κουραστεί, θα απομακρυνθεί ή θα χρησιμοποιήσει την ευαλωτότητά του εναντίον του.
Αυτές οι προσδοκίες μπορούν να γίνουν αντικείμενο κοινής σκέψης.
Η θεραπεία δεν λειτουργεί επειδή ο θεραπευτής «γίνεται γονιός». Η θεραπευτική σχέση είναι ενήλικη, επαγγελματική και οριοθετημένη.
Η αξία της είναι ότι δημιουργεί έναν χώρο όπου παλιές προσδοκίες μπορούν να εμφανιστούν και να εξεταστούν χωρίς να θεωρούνται αυτόματα αλήθεια.
Μπορεί η θεραπεία για PTSD να βοηθήσει και τη σχέση;
Υπάρχουν ενδείξεις ότι ναι.
Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση βρήκε ότι τόσο ατομικές όσο και couple-based θεραπείες PTSD συνδέονταν με σημαντική μείωση των PTSD συμπτωμάτων και μικρές αλλά σημαντικές βελτιώσεις στη λειτουργία των συντροφικών σχέσεων (Sijercic et al., 2022).
Νεότερη μετα-ανάλυση couple therapies βρήκε επίσης βελτιώσεις σε PTSD συμπτώματα και στη λειτουργία της σχέσης τόσο για ασθενείς όσο και για συντρόφους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άτομο με τραύμα χρειάζεται θεραπεία ζεύγους.
Υπογραμμίζει όμως κάτι σημαντικό:
το τραύμα μπορεί να είναι ατομική εμπειρία με σχεσιακές συνέπειες.
Πότε αξίζει να ζητήσω βοήθεια;
Αξίζει να αναζητηθεί επαγγελματική βοήθεια όταν ο φόβος μέσα στις σχέσεις:
- επαναλαμβάνεται σε πολλές διαφορετικές σχέσεις,
- οδηγεί σε έντονη αποφυγή της οικειότητας,
- προκαλεί συνεχή ανάγκη για επιβεβαίωση,
- οδηγεί σε έντονες συγκρούσεις ή απόσυρση,
- συνοδεύεται από τραυματικές αναμνήσεις ή υπερεπαγρύπνηση,
- περιορίζει σημαντικά την καθημερινότητα ή τη δυνατότητα σύνδεσης.
Η θεραπεία δεν χρειάζεται να ξεκινήσει με την ερώτηση:
«Ποιο attachment style έχω;»
Μπορεί να ξεκινήσει από κάτι πιο συγκεκριμένο:
«Τι συμβαίνει μέσα μου όταν ένας άνθρωπος γίνεται πραγματικά σημαντικός;»
Συμπέρασμα
Το τραύμα και το attachment μπορούν να συναντώνται ιδιαίτερα έντονα όταν οι εμπειρίες απειλής συνέβησαν μέσα σε σημαντικές σχέσεις.
Η σύγχρονη έρευνα δείχνει πραγματική σχέση ανάμεσα στην παιδική κακομεταχείριση και την attachment insecurity, αλλά όχι έναν απόλυτο μηχανισμό που καθορίζει την ενήλικη ζωή (Li et al., 2026).
Το παρελθόν μπορεί να επηρεάζει:
- πόσο εύκολα εμπιστευόμαστε,
- τι σημαίνει για εμάς η εξάρτηση,
- πόσο απειλητική μοιάζει η απόσταση,
- πώς αντιλαμβανόμαστε την ανταπόκριση του συντρόφου,
- και πώς αντιδρούμε όταν μια σχέση αποκτά μεγάλη σημασία.
Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε φόβος είναι «παλιό τραύμα», ούτε ότι η σημερινή σχέση πρέπει να αγνοείται.
Ίσως η πιο χρήσιμη ερώτηση να είναι:
«Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα — και τι παλιό νόημα αποκτά μέσα μου;»
Συχνές ερωτήσεις
Αν έχω βιώσει τραύμα, σημαίνει ότι έχω insecure attachment;
Όχι. Η έρευνα δείχνει στατιστική σχέση, όχι απόλυτη αντιστοιχία. Πολλοί άνθρωποι με τραυματικές εμπειρίες δεν παρουσιάζουν την ίδια σχεσιακή εικόνα.
Γιατί μπορεί να φοβάμαι περισσότερο όταν μια σχέση γίνεται σοβαρή;
Η οικειότητα αυξάνει την ευαλωτότητα και το συναισθηματικό διακύβευμα. Αν η εξάρτηση είχε στο παρελθόν συνδεθεί με απόρριψη ή απειλή, μια σημαντική σχέση μπορεί να ενεργοποιεί παλιές προσδοκίες κινδύνου.
Γιατί δεν με καθησυχάζει για πολύ η διαβεβαίωση του συντρόφου μου;
Η νέα πληροφορία μπορεί να συγκρούεται με πολύ παλιότερες προσδοκίες. Η επαναλαμβανόμενη αναζήτηση διαβεβαίωσης μπορεί επίσης να προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση χωρίς να αλλάζει την υποκείμενη αβεβαιότητα.
Είναι κάθε δύσκολη ή έντονη σχέση trauma bond;
Όχι. Ο όρος trauma bond δεν είναι συνώνυμο μιας έντονης σχέσης ή ενός insecure attachment. Χρησιμοποιείται ειδικότερα σε κακοποιητικές ή καταναγκαστικές δυναμικές.
Μπορεί μια ασφαλής σχέση να βοηθήσει;
Ναι, επαναλαμβανόμενες εμπειρίες συνέπειας και ασφάλειας μπορούν να επηρεάσουν τις σχεσιακές προσδοκίες. Ο σύντροφος όμως δεν είναι θεραπευτής και δεν μπορεί να έχει αποκλειστική ευθύνη για τη συναισθηματική ρύθμιση του άλλου.
Μπορεί η ψυχοθεραπεία να βοηθήσει;
Μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει πότε παλιές προσδοκίες ενεργοποιούνται στο παρόν, να κατανοήσει τι προστατευτική λειτουργία έχουν οι αντιδράσεις του και να αναπτύξει μεγαλύτερη ευελιξία μέσα στις σχέσεις.
Βιβλιογραφία
Gosselin, C., Daspe, M.-È., Brassard, A., Lussier, Y., & Vaillancourt-Morel, M.-P. (2024). Attachment as an intermediary variable between childhood maltreatment and perceived partner responsiveness in adolescents and young adults. Journal of Marital and Family Therapy, 50(2), 434–452. https://doi.org/10.1111/jmft.12688
Li, S., Ma, Y., Cao, X., Liu, J., Qi, Y., & Chen, X. (2026). Childhood maltreatment and adult attachment: A three-level meta-analytic review. Trauma, Violence, & Abuse. Advance online publication. https://doi.org/10.1177/15248380261455767
Mosannenzadeh, F., Luijten, M., Maciejewski, D. F., Wiewel, G. V., & Karremans, J. C. (2024). Adult attachment and emotion regulation flexibility in romantic relationships. Behavioral Sciences, 14(9), 758. https://doi.org/10.3390/bs14090758
Sijercic, I., Liebman, R. E., Ip, J., Whitfield, K. M., Ennis, N., Sumantry, D., Sippel, L. M., Fredman, S. J., & Monson, C. M. (2022). A systematic review and meta-analysis of individual and couple therapies for posttraumatic stress disorder: Clinical and intimate relationship outcomes. Journal of Anxiety Disorders, 91, 102613. https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2022.102613
Taft, C. T., Watkins, L. E., Stafford, J., Street, A. E., & Monson, C. M. (2011). Posttraumatic stress disorder and intimate relationship problems: A meta-analysis. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 79(1), 22–33. https://doi.org/10.1037/a0022196
Vaillancourt-Morel, M.-P., Bussières, È.-L., Nolin, M.-C., & Daspe, M.-È. (2024). Partner effects of childhood maltreatment: A systematic review and meta-analysis. Trauma, Violence, & Abuse, 25(2), 1150–1167. https://doi.org/10.1177/15248380231173427
Πλοήγηση άρθρων
Όταν δεν εμπιστεύομαι αυτό που νιώθω: ιδεοληπτική αμφιβολία, δυσανάλογη απόδοση σημασίας και ανάγκη για βεβαιότητα
Πώς η ιδεοληπτική αμφιβολία, η μεταγνωστική δυσπιστία, η δυσανεξία στην αβεβαιότητα και η υπερβολική αυτοπαρατήρηση μπορούν να αποδυναμώσουν την εμπιστοσύνη στην εσωτερική εμπειρία.
Παλαιότερο άρθροOnline ψυχοθεραπεία: είναι αποτελεσματική όσο η δια ζώσης;
Μπορεί η online ψυχοθεραπεία να είναι αποτελεσματική; Τι δείχνει η έρευνα για τα αποτελέσματα, τη θεραπευτική σχέση και τις διαφορές από τις δια ζώσης συνεδρίες.
