Γιατί επαναλαμβάνω τα ίδια μοτίβα στις σχέσεις μου;

Γιατί επαναλαμβάνονται παρόμοιες δυσκολίες στις σχέσεις; Attachment, προσδοκίες, μεταβίβαση και πώς η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή.

# σχέσεις# μοτίβα σχέσεων# attachment# δεσμός# ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία# μεταβίβαση# ψυχοθεραπεία

«Πάλι βρέθηκα με έναν άνθρωπο που απομακρύνεται όταν τον χρειάζομαι.»
«Κάθε φορά που μια σχέση γίνεται σοβαρή, αρχίζω να ψάχνω λόγους για να φύγω.»
«Ξέρω ότι η ζήλια μου δημιουργεί πρόβλημα, αλλά όταν ο άλλος αργεί να απαντήσει δεν μπορώ να ηρεμήσω.»
«Στην αρχή όλα είναι διαφορετικά και τελικά καταλήγω να νιώθω ακριβώς όπως στις προηγούμενες σχέσεις μου.»

Όταν μια παρόμοια δυσκολία εμφανίζεται ξανά και ξανά στις σχέσεις μας, είναι εύκολο να καταλήξουμε σε μια δραματική εξήγηση: ότι «διαλέγουμε πάντα τον ίδιο άνθρωπο», ότι είμαστε καταδικασμένοι να επαναλάβουμε το παρελθόν ή ότι ένα συγκεκριμένο attachment style καθορίζει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα αγαπάμε.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

Οι επαναλαμβανόμενες σχέσεις δεν εξηγούνται από έναν μόνο μηχανισμό. Μπορεί να εμπλέκονται οι άνθρωποι που επιλέγουμε, οι προσδοκίες που έχουμε όταν ερχόμαστε κοντά σε κάποιον, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε μια αμφίσημη συμπεριφορά, οι στρατηγικές που χρησιμοποιούμε όταν φοβόμαστε ότι θα απορριφθούμε και, τελικά, ο τρόπος με τον οποίο οι δικές μας αντιδράσεις επηρεάζουν την αντίδραση του άλλου.

Με άλλα λόγια, ένα μοτίβο σχέσης δεν είναι απλώς κάτι που «μας συμβαίνει». Είναι συχνά μια δυναμική που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, μέσα στην οποία συμμετέχουν παλαιότερες εμπειρίες και οι πραγματικές συνθήκες της σημερινής σχέσης.

Τι εννοούμε όταν λέμε «επαναλαμβάνω ένα μοτίβο»;

Δεν χρειάζεται δύο σχέσεις να μοιάζουν εξωτερικά για να επαναλαμβάνεται το ίδιο ψυχολογικό μοτίβο.

Οι σύντροφοι μπορεί να είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους και παρ’ όλα αυτά το άτομο να καταλήγει επανειλημμένα να βιώνει κάτι παρόμοιο:

  • ότι δεν είναι αρκετά σημαντικό για τον άλλον,
  • ότι πρέπει να αποδείξει την αξία του για να αγαπηθεί,
  • ότι η εγγύτητα οδηγεί τελικά σε έλεγχο ή απώλεια ελευθερίας,
  • ότι η έκφραση θυμού θα καταστρέψει τη σχέση,
  • ότι αν δείξει ανάγκη θα θεωρηθεί αδύναμο,
  • ή ότι αργά ή γρήγορα ο άλλος θα το εγκαταλείψει.

Το επαναλαμβανόμενο στοιχείο, επομένως, μπορεί να μην είναι ποιος είναι ο άλλος, αλλά το πώς οργανώνεται η σχέση: τι περιμένω, τι φοβάμαι, τι παρατηρώ περισσότερο, πώς αντιδρώ όταν ενεργοποιείται αυτός ο φόβος και τι προκαλεί αυτή η αντίδραση στον άνθρωπο απέναντί μου.

Αυτός είναι ένας λόγος που τα σχεσιακά μοτίβα μπορεί να είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Από μέσα, κάθε επεισόδιο μοιάζει να αφορά αποκλειστικά αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή. Μόνο όταν κοιτάξουμε περισσότερες σχέσεις μαζί μπορεί να εμφανιστεί μια κοινή δομή.

Attachment: οι σχέσεις δημιουργούν προσδοκίες για τις σχέσεις

Η θεωρία του δεσμού υποστηρίζει ότι μέσα από σημαντικές σχέσεις διαμορφώνουμε προσδοκίες για το κατά πόσο οι άλλοι είναι διαθέσιμοι, αν μπορούμε να βασιστούμε πάνω τους και τι συμβαίνει όταν εκφράζουμε ανάγκη, φόβο ή εξάρτηση.

Αυτές οι προσδοκίες έχουν περιγραφεί ως internal working models — εσωτερικά μοντέλα του εαυτού και των άλλων στις σχέσεις.

Στην ενήλικη ζωή, η έρευνα συχνά περιγράφει δύο διαστάσεις ανασφάλειας:

  • attachment anxiety, που συνδέεται με μεγαλύτερη ανησυχία για απόρριψη ή εγκατάλειψη,
  • attachment avoidance, που συνδέεται με μεγαλύτερη δυσφορία απέναντι στην εξάρτηση, στην ευαλωτότητα ή στην έντονη συναισθηματική εγγύτητα.

Αυτές οι διαστάσεις σχετίζονται με διαφορετικούς τρόπους ρύθμισης του συναισθήματος και με την ποιότητα των στενών σχέσεων (Hadden et al., 2014; Mikulincer & Shaver, 2019).

Αυτό όμως χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.

Το attachment δεν είναι ένα αμετάβλητο πεπρωμένο που δημιουργείται στην παιδική ηλικία και μετά απλώς εκτελείται.

Η διαχρονική έρευνα δείχνει ότι οι πρώιμες εμπειρίες φροντίδας έχουν σχέση με τη μετέπειτα οργάνωση του δεσμού, αλλά η σύνδεση δεν είναι τόσο απλή ή τόσο ισχυρή όσο συχνά παρουσιάζεται στα κοινωνικά δίκτυα. Οι μεταγενέστερες σχέσεις και εμπειρίες επίσης συμμετέχουν στην ανάπτυξη των ενήλικων προτύπων attachment (Fraley & Roisman, 2019).

Ακόμη και στην ενήλικη ζωή υπάρχουν ενδείξεις μεταβολής. Σε μεγάλη διαχρονική μελέτη ζευγαριών, ορισμένες πλευρές της attachment anxiety μειώθηκαν ελαφρά με τον χρόνο, ενώ η avoidance ήταν πιο σταθερή. Ταυτόχρονα, οι συγκεκριμένες μεταβολές δεν εξηγούνταν απλά από έναν παράγοντα όπως η ικανοποίηση ή η ανταπόκριση του συντρόφου (Traut et al., 2025).

Άρα η πιο ακριβής εικόνα δεν είναι «έχω αυτό το attachment style, άρα έτσι θα είμαι πάντα». Είναι ότι υπάρχουν σχετικά σταθερές τάσεις που μπορούν να επηρεάζονται από την εμπειρία, το πλαίσιο και τις σχέσεις.

Το παρελθόν δεν επηρεάζει μόνο ποιον επιλέγουμε — επηρεάζει και τι βλέπουμε

Όταν μιλάμε για επανάληψη σχέσεων, συχνά όλη η έμφαση πέφτει στην επιλογή συντρόφου:

«Γιατί με ελκύουν πάντα άνθρωποι που δεν είναι διαθέσιμοι;»

Η επιλογή συντρόφου μπορεί πράγματι να παίζει ρόλο. Δεν έχουμε όμως επιστημονική βάση για τον απόλυτο ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι αναζητούν ασυνείδητα ένα αντίγραφο του γονέα τους ή ότι η παιδική ηλικία καθορίζει ποιο πρόσωπο θα τους ελκύσει.

Ένα μεγάλο μέρος της επανάληψης μπορεί να συμβαίνει αφού έχει ήδη δημιουργηθεί η σχέση.

Οι προηγούμενες εμπειρίες μπορούν να επηρεάζουν:

  • ποια σημάδια προσέχουμε περισσότερο,
  • πόσο απειλητική θεωρούμε μια αμφίσημη συμπεριφορά,
  • τι αποδίδουμε στις προθέσεις του άλλου,
  • πόσο γρήγορα περιμένουμε απόρριψη,
  • και ποια αντίδραση θεωρούμε απαραίτητη για να προστατευτούμε.

Σε έρευνα με πραγματικά ζευγάρια, άνθρωποι με υψηλότερη attachment avoidance έτειναν να υπερεκτιμούν την ένταση των αρνητικών συναισθημάτων του συντρόφου τους. Αυτή η περισσότερο αρνητική αντίληψη συνδεόταν στη συνέχεια με πιο εχθρικές ή αμυντικές αντιδράσεις στις συγκρούσεις (Overall et al., 2015).

Το εύρημα είναι σημαντικό επειδή δείχνει έναν πιθανό δρόμο μέσω του οποίου ένα παλαιότερο σχεσιακό μοντέλο μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μιας σημερινής δυναμικής.

Δεν χρειάζεται ο άλλος να είναι πραγματικά ο ίδιος με ανθρώπους του παρελθόντος. Αρκεί ορισμένα αμφίσημα σημάδια να γίνουν αντιληπτά μέσα από μια ήδη ευαίσθητη προσδοκία.

Πώς δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος μέσα στη σχέση

Ας δούμε ένα υποθετικό παράδειγμα.

Ένας άνθρωπος έχει ισχυρή προσδοκία ότι όταν δεθεί με κάποιον, ο άλλος τελικά θα απομακρυνθεί.

Ο σύντροφός του περνά μια απαιτητική εβδομάδα και είναι λιγότερο επικοινωνιακός.

Η αλλαγή αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως:

«Άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του.»

Το άγχος αυξάνεται. Το άτομο αρχίζει να ζητά συχνότερα διαβεβαίωση, να παρακολουθεί περισσότερο τις αντιδράσεις του άλλου ή να αντιδρά έντονα σε μικρές καθυστερήσεις.

Ο σύντροφος μπορεί τότε να αισθανθεί πίεση και να απομακρυνθεί λίγο περισσότερο.

Αυτή η απομάκρυνση μοιάζει πλέον με απόδειξη της αρχικής προσδοκίας:

«Το ήξερα. Όταν χρειάζομαι κάποιον, φεύγει.»

Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος:

προσδοκία απόρριψης → αυξημένη επαγρύπνηση → συμπεριφορά προστασίας → αντίδραση του άλλου → επιβεβαίωση της αρχικής προσδοκίας.

Ένας διαφορετικός άνθρωπος μπορεί να έχει σχεδόν το αντίθετο μοτίβο.

Όταν αισθανθεί ότι κάποιος έρχεται πολύ κοντά, μπορεί να βιώσει την εγγύτητα ως κίνδυνο απώλειας αυτονομίας. Αποσύρεται, περιορίζει τη συναισθηματική έκφραση ή εστιάζει στα ελαττώματα της σχέσης. Ο σύντροφος, νιώθοντας την απόσταση, μπορεί να ζητήσει περισσότερη επαφή. Η αυξημένη διεκδίκηση εγγύτητας βιώνεται τότε ως επιβεβαίωση ότι «οι σχέσεις γίνονται πιεστικές».

Σε κανένα από αυτά τα παραδείγματα δεν υπάρχει ένας «ένοχος». Πρόκειται για αλληλεπιδραστικούς κύκλους, στους οποίους οι αντιδράσεις του ενός γίνονται το περιβάλλον μέσα στο οποίο αντιδρά ο άλλος.

Γιατί το γνώριμο μπορεί να μοιάζει τόσο αληθινό;

Όταν έχουμε επανειλημμένη εμπειρία ενός συγκεκριμένου τρόπου σχέσης, δεν αποκτούμε μόνο αναμνήσεις. Αποκτούμε και προβλέψεις.

Μπορεί να περιμένουμε ότι:

  • η κριτική θα ακολουθήσει την έκθεση,
  • η εξάρτηση θα οδηγήσει σε απογοήτευση,
  • η διαφωνία θα οδηγήσει σε εγκατάλειψη,
  • ή η εγγύτητα θα οδηγήσει σε έλεγχο.

Όταν αυτές οι προβλέψεις ενεργοποιούνται γρήγορα, η σημερινή κατάσταση μπορεί να αποκτήσει το συναισθηματικό βάρος προηγούμενων εμπειριών.

Αυτό συνδέεται με το προηγούμενο ερώτημα του γιατί μπορεί κάποιος να καταλαβαίνει τι του συμβαίνει αλλά να συνεχίζει να νιώθει το ίδιο. Το να γνωρίζουμε συνειδητά ότι «ο σημερινός άνθρωπος είναι διαφορετικός» δεν σημαίνει ότι όλες οι αυτόματες προσδοκίες αλλάζουν αμέσως.

Η εμπειρία χρειάζεται συχνά να διαψεύσει μια παλιά πρόβλεψη όχι μόνο μία φορά, αλλά αρκετές φορές και σε καταστάσεις που έχουν πραγματικό συναισθηματικό βάρος.

Η μεταβίβαση δεν συμβαίνει μόνο στον καναπέ του ψυχαναλυτή

Στην ψυχοδυναμική θεωρία, ο όρος μεταβίβαση περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο συναισθήματα, προσδοκίες και σχεσιακά πρότυπα που έχουν διαμορφωθεί σε σημαντικές σχέσεις μπορούν να επανεμφανίζονται σε μια καινούργια σχέση — συμπεριλαμβανομένης της σχέσης με τον θεραπευτή.

Η σύγχρονη έρευνα δεν περιορίζει απαραίτητα αυτό το φαινόμενο στην ψυχανάλυση.

Πειραματική έρευνα στην κοινωνική νόηση έχει δείξει ότι αναπαραστάσεις σημαντικών άλλων μπορούν να ενεργοποιούνται όταν ένα νέο πρόσωπο θυμίζει με κάποιον τρόπο έναν σημαντικό άνθρωπο από το παρελθόν, επηρεάζοντας την αντίληψη του νέου προσώπου και ακόμη και την εμπειρία του εαυτού μέσα σε αυτή τη συνάντηση (Andersen & Przybylinski, 2012).

Αυτό προσφέρει έναν πιο συγκεκριμένο τρόπο να σκεφτούμε την «επανάληψη».

Δεν σημαίνει ότι μπερδεύουμε κυριολεκτικά τον σημερινό σύντροφο με ένα πρόσωπο του παρελθόντος. Σημαίνει ότι παλαιότερες σχεσιακές αναπαραστάσεις μπορούν να γίνουν μέρος του τρόπου με τον οποίο οργανώνουμε μια καινούργια επαφή.

Και αν το μοτίβο εμφανιστεί μέσα στην ψυχοθεραπεία;

Εδώ βρίσκεται ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχοδυναμικής ψυχοθεραπείας.

Ο άνθρωπος δεν μιλά μόνο για τις σχέσεις του. Βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα σε μια σχέση με τον θεραπευτή.

Έτσι, ένα μοτίβο μπορεί να εμφανιστεί και εκεί.

Κάποιος που περιμένει ότι κάθε διαφωνία οδηγεί σε απόρριψη μπορεί να ανησυχήσει υπερβολικά όταν διαφωνήσει με τον θεραπευτή.

Κάποιος που έχει μάθει ότι οι ανάγκες του κουράζουν τους άλλους μπορεί να δυσκολεύεται να πει ότι χρειάζεται περισσότερη βοήθεια.

Κάποιος που προστατεύεται μέσω απόστασης μπορεί να αισθανθεί την αυξανόμενη σημασία της θεραπευτικής σχέσης και να αρχίσει να ακυρώνει συνεδρίες ή να υποβαθμίζει τη χρησιμότητα της θεραπείας.

Αυτά δεν πρέπει να ερμηνεύονται μηχανικά. Μια ακύρωση μπορεί απλώς να είναι μια ακύρωση. Μια διαφωνία μπορεί να αφορά πραγματικά κάτι που έκανε ο θεραπευτής. Η έννοια της μεταβίβασης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να ακυρώνεται η πραγματικότητα της παρούσας σχέσης.

Η έρευνα, ωστόσο, υποστηρίζει ότι σχεσιακά μοτίβα μπορούν πράγματι να εμφανίζονται στη θεραπευτική σχέση. Σε μελέτη 70 ανθρώπων που έκαναν ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, μοτίβα που καταγράφηκαν στις σχέσεις με τους γονείς συσχετίζονταν με μοτίβα που εμφανίζονταν απέναντι στον θεραπευτή σε διαφορετικά χρονικά σημεία της θεραπείας (Abargil et al., 2023).

Το ενδιαφέρον δεν είναι απλώς να πει ο θεραπευτής «κάνεις σε μένα αυτό που κάνεις και στους άλλους». Το σημαντικό είναι να μπορεί το μοτίβο να παρατηρηθεί καθώς συμβαίνει, να γίνει αντικείμενο κοινής σκέψης και, όπου είναι δυνατό, να αποκτήσει διαφορετική κατάληξη.

Μήπως αρκεί να μου δείξει ο θεραπευτής τη μεταβίβαση;

Όχι απαραίτητα.

Η μεταβίβαση αποτελεί κεντρική έννοια στην ψυχοδυναμική και ψυχαναλυτική θεραπεία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όσο περισσότερες μεταβιβαστικές ερμηνείες κάνει ένας θεραπευτής τόσο καλύτερο θα είναι το αποτέλεσμα.

Μια συστηματική ανασκόπηση του 2024 κατέληξε ότι η βιβλιογραφία για τη σχέση ανάμεσα στις ερμηνείες μεταβίβασης και στο θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν παρουσιάζει σαφή συναίνεση. Τα αποτελέσματα φαίνεται να εξαρτώνται από παράγοντες όπως ο ασθενής, η θεραπεία, η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η παρέμβαση (Yilmaz et al., 2024).

Νεότερη συστηματική ανασκόπηση δείχνει επίσης ότι η μεταβίβαση είναι πλέον αντικείμενο εμπειρικής μέτρησης με διαφορετικά εργαλεία και δεν αποτελεί μόνο θεωρητικό όρο της κλασικής ψυχανάλυσης (Marazzi et al., 2025).

Επομένως, η θεραπευτική αξία δεν βρίσκεται σε μια «έξυπνη ερμηνεία» που αποκαλύπτει ξαφνικά την αλήθεια. Βρίσκεται περισσότερο στη σταδιακή δυνατότητα να αναγνωρίζεται το μοτίβο, να αντέχεται το συναίσθημα που το ενεργοποιεί και να δοκιμάζονται νέοι τρόποι σχέσης.

Πώς μπορεί να αλλάξει ένα επαναλαμβανόμενο σχεσιακό μοτίβο;

Η αλλαγή συνήθως δεν ξεκινά με την απόφαση «από εδώ και πέρα θα επιλέγω καλύτερα».

Αυτό μπορεί να είναι μέρος της διαδικασίας, αλλά τα σχεσιακά μοτίβα συχνά λειτουργούν σε επίπεδα που γίνονται εμφανή μόνο όταν ενεργοποιηθούν.

1. Αναγνώριση της επανάληψης

Το πρώτο βήμα είναι να μπορούμε να περιγράψουμε το μοτίβο με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Όχι απλώς:

«Όλοι με εγκαταλείπουν»

αλλά:

«Όταν αντιλαμβάνομαι απόσταση, φοβάμαι ότι θα εγκαταλειφθώ, ζητώ έντονα διαβεβαίωση και όταν δεν την πάρω όπως τη χρειάζομαι θυμώνω ή αποσύρομαι.»

Η δεύτερη διατύπωση περιέχει περισσότερα σημεία στα οποία μπορεί να υπάρξει αλλαγή.

2. Διάκριση του παρόντος από το παρελθόν

Ένα σημερινό γεγονός μπορεί να μοιάζει με μια παλιά εμπειρία χωρίς να είναι το ίδιο.

Το ερώτημα δεν είναι να πείσει κάποιος τον εαυτό του ότι «όλα είναι καλά». Είναι να μπορεί να διερευνήσει:

  • τι συμβαίνει πραγματικά τώρα,
  • τι περιμένω ότι θα συμβεί,
  • τι στοιχεία έχω για αυτή την προσδοκία,
  • και πόσο από την ένταση της αντίδρασής μου ανήκει στη συγκεκριμένη στιγμή.

3. Παρατήρηση της δικής μας συμμετοχής χωρίς αυτοκατηγορία

Το ότι συμμετέχουμε σε μια δυναμική δεν σημαίνει ότι είμαστε υπεύθυνοι για κάθε συμπεριφορά του άλλου.

Υπάρχουν πραγματικά απορριπτικοί, ελεγκτικοί, αδιάφοροι ή κακοποιητικοί σύντροφοι. Η ψυχοθεραπευτική διερεύνηση δεν πρέπει να μετατρέπει κάθε πρόβλημα σχέσης σε εσωτερικό πρόβλημα του ατόμου.

Ταυτόχρονα, η δυνατότητα να αναγνωρίσουμε τι κάνουμε εμείς όταν φοβόμαστε αυξάνει το περιθώριο επιλογής.

4. Νέα εμπειρία μέσα στη σχέση

Η αλλαγή δεν είναι μόνο γνωστική.

Ένα άτομο μπορεί να χρειαστεί να βιώσει ότι:

  • μπορεί να διαφωνήσει χωρίς να χάσει τη σχέση,
  • μπορεί να εκφράσει ανάγκη χωρίς να ταπεινωθεί,
  • μπορεί να θέσει όριο χωρίς να εγκαταλειφθεί,
  • μπορεί να νιώσει εγγύτητα χωρίς να χάσει την αυτονομία του,
  • ή μπορεί να αντέξει μια προσωρινή απόσταση χωρίς να συμπεράνει αμέσως ότι όλα τελείωσαν.

Αυτό συνδέεται με το ευρύτερο ερώτημα του τι συμβαίνει στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας: η ψυχοθεραπευτική αλλαγή δεν είναι ένα στιγμιαίο «reprogramming», αλλά μια διαδικασία μάθησης, επεξεργασίας και σταδιακής τροποποίησης τρόπων αντίδρασης.

5. Επανάληψη της νέας εμπειρίας

Ένα παλιό μοτίβο έχει συνήθως ενεργοποιηθεί πολλές φορές.

Δεν είναι παράξενο αν η εναλλακτική αντίδραση χρειάζεται επίσης να επαναληφθεί πολλές φορές πριν γίνει περισσότερο διαθέσιμη υπό πίεση.

Στην ψυχοδυναμική γλώσσα, αυτή η διαδικασία σχετίζεται με το working through: την επανειλημμένη αναγνώριση και επεξεργασία ενός μοτίβου όπως εμφανίζεται σε διαφορετικές στιγμές και σχέσεις.

Το ότι επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο δεν σημαίνει ότι όλες οι σχέσεις είναι ίδιες

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο.

Η ψυχολογική εξήγηση μιας επανάληψης δεν πρέπει να μας κάνει να αγνοούμε τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους.

Μερικές φορές μια σχέση τελειώνει επειδή υπάρχει ασυμβατότητα. Μερικές φορές ο άλλος δεν είναι διαθέσιμος. Μερικές φορές υπάρχει πραγματική απόρριψη. Μερικές φορές ένα όριο χρειάζεται να τεθεί και όχι να «αναλυθεί».

Από την άλλη, όταν το ίδιο βίωμα εμφανίζεται με διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικά περιβάλλοντα και με παρόμοια ακολουθία συναισθημάτων και αντιδράσεων, αξίζει να εξετάσουμε αν υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο εσωτερικό και διαπροσωπικό μοτίβο.

Το ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσουμε ότι «όλα είναι μεταβίβαση».

Είναι να μπορούμε να κρατάμε ταυτόχρονα δύο ερωτήματα:

Τι κάνει πραγματικά ο άνθρωπος απέναντί μου;
και
Τι φέρνω εγώ σε αυτή τη σχέση από προηγούμενες εμπειρίες, προσδοκίες και τρόπους προστασίας;

Συμπέρασμα

Το ότι επαναλαμβάνουμε παρόμοιες δυσκολίες στις σχέσεις δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να διαλέγουμε τον ίδιο τύπο ανθρώπου για πάντα.

Οι σχέσεις επηρεάζονται από την ιστορία μας, αλλά δεν αποτελούν απλή αναπαραγωγή της.

Οι προηγούμενες εμπειρίες μπορούν να οργανώνουν προσδοκίες για την εγγύτητα, την απόρριψη, την εξάρτηση και την ασφάλεια. Αυτές οι προσδοκίες μπορούν να επηρεάζουν τι προσέχουμε, πώς ερμηνεύουμε τον άλλον και πώς αντιδρούμε όταν αισθανόμαστε απειλή. Οι αντιδράσεις μας, με τη σειρά τους, επηρεάζουν τη συμπεριφορά του άλλου και μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος που μοιάζει να επιβεβαιώνει αυτό που φοβόμασταν εξαρχής.

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν χώρο όπου αυτός ο κύκλος δεν συζητιέται μόνο ως ιστορία, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί και μέσα σε μια πραγματική σχέση. Η έρευνα δείχνει ότι σχεσιακά μοτίβα με σημαντικούς ανθρώπους μπορούν να εμφανίζονται στη θεραπευτική σχέση, ενώ η αλλαγή τους συνδέεται με την πορεία της θεραπείας. Ταυτόχρονα, η βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει την ιδέα ότι μια συγκεκριμένη μεταβιβαστική ερμηνεία αποτελεί από μόνη της τη λύση.

Ίσως λοιπόν το πιο χρήσιμο ερώτημα να μην είναι:

«Γιατί βρίσκω πάντα τον ίδιο άνθρωπο;»

αλλά:

«Τι είναι αυτό που επαναλαμβάνεται στον τρόπο με τον οποίο βιώνω, ερμηνεύω και οργανώνω τις σχέσεις μου — και τι θα χρειαζόταν για να υπάρξει αυτή τη φορά μια διαφορετική εμπειρία;»

Συχνές ερωτήσεις

Γιατί επιλέγω συνέχεια ανθρώπους που δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι;

Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι και δεν είναι ασφαλές να αποδοθεί αυτόματα στην παιδική ηλικία ή σε ένα attachment style. Χρήσιμο είναι να εξεταστεί όχι μόνο ποιοι άνθρωποι επιλέγονται, αλλά και πότε γίνεται εμφανής η μη διαθεσιμότητα, ποια χαρακτηριστικά θεωρούνται ελκυστικά στην αρχή και πώς εξελίσσεται η δυναμική όταν αυξάνεται η εγγύτητα.

Σημαίνει ότι αναζητώ ασυνείδητα έναν σύντροφο σαν τους γονείς μου;

Όχι ως γενικός κανόνας. Οι πρώιμες σχέσεις μπορούν να επηρεάζουν τις προσδοκίες και τα μοντέλα που έχουμε για τις σχέσεις, αλλά η επιστημονική έρευνα δεν υποστηρίζει έναν τόσο απλό και ντετερμινιστικό μηχανισμό επιλογής συντρόφου.

Μπορεί να αλλάξει το attachment style μου;

Τα πρότυπα attachment παρουσιάζουν σχετική σταθερότητα, αλλά δεν είναι απολύτως αμετάβλητα. Η έρευνα δείχνει ότι μπορούν να εμφανιστούν μεταβολές στην ενήλικη ζωή, αν και το πόσο και μέσω ποιων μηχανισμών αλλάζουν παραμένει σύνθετο ερευνητικό ερώτημα.

Τι είναι η μεταβίβαση στην ψυχοθεραπεία;

Η μεταβίβαση αναφέρεται στην επίδραση που μπορούν να έχουν προηγούμενες σημαντικές σχέσεις στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και ερμηνεύουμε τη σημερινή σχέση με τον θεραπευτή. Δεν σημαίνει ότι κάθε συναίσθημα προς τον θεραπευτή προέρχεται από το παρελθόν· η πραγματική συμπεριφορά και η συγκεκριμένη θεραπευτική σχέση έχουν επίσης σημασία.

Πώς ξέρω αν ένα πρόβλημα είναι δικό μου μοτίβο ή αν ο σύντροφός μου πραγματικά συμπεριφέρεται άσχημα;

Τα δύο δεν αλληλοαποκλείονται. Χρειάζεται να εξετάζονται τόσο τα πραγματικά γεγονότα και η συμπεριφορά του άλλου όσο και οι δικές μας προσδοκίες και αντιδράσεις. Η έννοια των σχεσιακών μοτίβων δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί κακοποίηση, έλεγχο ή συστηματική παραβίαση ορίων.

Βιβλιογραφία

Abargil, M., Wiseman, H., Yonatan-Leus, R., & Tishby, O. (2023). Changes in clients’ relational patterns with parents and therapist during psychodynamic psychotherapy: Their association and relation to treatment outcome. Journal of Clinical Psychology, 79(10), 2422–2438. https://doi.org/10.1002/jclp.23559

Andersen, S. M., & Przybylinski, E. (2012). Experiments on transference in interpersonal relations: Implications for treatment. Psychotherapy, 49(3), 370–383. https://doi.org/10.1037/a0029116

Fraley, R. C., & Roisman, G. I. (2019). The development of adult attachment styles: Four lessons. Current Opinion in Psychology, 25, 26–30. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2018.02.008

Hadden, B. W., Smith, C. V., & Webster, G. D. (2014). Relationship duration moderates associations between attachment and relationship quality: Meta-analytic support for the temporal adult romantic attachment model. Personality and Social Psychology Review, 18(1), 42–58. https://doi.org/10.1177/1088868313501885

Marazzi, F., Stefana, A., Vecchio, A., & Mensi, M. M. (2025). Transference assessment in psychotherapy: A systematic review. Clinical Psychology & Psychotherapy, 32(4), e70118. https://doi.org/10.1002/cpp.70118

Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2019). Attachment orientations and emotion regulation. Current Opinion in Psychology, 25, 6–10. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2018.02.006

Overall, N. C., Fletcher, G. J. O., Simpson, J. A., & Fillo, J. (2015). Attachment insecurity, biased perceptions of romantic partners’ negative emotions, and hostile relationship behavior. Journal of Personality and Social Psychology, 108(5), 730–749. https://doi.org/10.1037/a0038987

Traut, A. C., Gander, F., Uhlich, M., Weidmann, R., Chopik, W. J., & Grob, A. (2025). Examining change in attachment in romantic couples: The role of relationship characteristics and codevelopment between partners. Journal of Personality and Social Psychology, 129(3), 602–617. https://doi.org/10.1037/pspp0000558

Yilmaz, M., Türkarslan, K. K., Zanini, L., Hasdemir, D., Spitoni, G. F., & Lingiardi, V. (2024). Transference interpretation and psychotherapy outcome: A systematic review of a no-consensus relationship. Research in Psychotherapy: Psychopathology, Process and Outcome, 27(1), 744. https://doi.org/10.4081/ripppo.2024.744

Πλοήγηση άρθρων

📞 Κλήση📅 Ραντεβού