«Ξέρω ότι δεν φταίω εγώ, αλλά εξακολουθώ να νιώθω ενοχές.»
«Καταλαβαίνω ότι δεν πρόκειται να με εγκαταλείψουν, αλλά πανικοβάλλομαι όταν κάποιος απομακρύνεται.»
«Ξέρω ότι δεν κινδυνεύω, αλλά το σώμα μου αντιδρά σαν να συμβαίνει κάτι κακό.»
«Έχω καταλάβει από πού προέρχεται αυτό το μοτίβο, αλλά συνεχίζω να το επαναλαμβάνω.»
Αυτές οι φράσεις περιγράφουν ένα από τα πιο συχνά παράδοξα της ψυχοθεραπείας: μπορεί κάποιος να έχει κατανοήσει κάτι πολύ καλά και παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει να αισθάνεται ή να αντιδρά με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατανόηση είναι άχρηστη. Ούτε σημαίνει ότι υπάρχει ένας «λογικός εγκέφαλος» που γνωρίζει την αλήθεια και ένας «συναισθηματικός εγκέφαλος» που αρνείται να την ακούσει. Η ανθρώπινη ψυχολογία είναι πιο σύνθετη.
Η συνειδητή κατανόηση, η συναισθηματική μάθηση, οι σωματικές αντιδράσεις, οι προσδοκίες στις σχέσεις και οι συνήθειες που έχουν δημιουργηθεί μέσα στον χρόνο δεν αλλάζουν πάντοτε με τον ίδιο ρυθμό. Η ψυχοθεραπευτική αλλαγή συχνά χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια σωστή εξήγηση: χρειάζεται η νέα κατανόηση να συνδεθεί με νέα συναισθηματική και διαπροσωπική εμπειρία.
Η κατανόηση είναι σημαντική — αλλά δεν είναι ολόκληρη η αλλαγή
Στην ψυχοθεραπεία, το insight —η στιγμή κατά την οποία κάποιος καταλαβαίνει ένα μοτίβο, μια σύγκρουση ή μια σύνδεση που προηγουμένως δεν έβλεπε— μπορεί να είναι πολύ σημαντικό.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι:
- η έντονη ανάγκη του για επιβεβαίωση συνδέεται με προηγούμενες εμπειρίες απόρριψης,
- η δυσκολία του να θυμώσει έχει σχέση με τον φόβο ότι ο θυμός θα οδηγήσει σε απώλεια της σχέσης,
- η τελειομανία λειτουργεί ως τρόπος προστασίας απέναντι στην πιθανότητα κριτικής,
- ή η απομάκρυνση από τους άλλους εμφανίζεται ακριβώς όταν μια σχέση αρχίζει να γίνεται πιο σημαντική.
Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο οργανώνει την εμπειρία του. Σε έρευνα πάνω στη γνωστική θεραπεία της κατάθλιψης, η σταθερή γνωστική αλλαγή συνδέθηκε με την κλινική βελτίωση, ενώ νεότερη μελέτη έδειξε ότι η γνωστική αλλαγή μπορεί να μεσολαβεί ανάμεσα στη σωκρατική διερεύνηση και στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων (Schmidt et al., 2019; Vittorio et al., 2022).
Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι «η σκέψη δεν έχει σημασία».
Το πρόβλημα είναι ότι το να γνωρίζω κάτι και το να αντιδρώ διαφορετικά όταν ενεργοποιείται ένα παλιό μοτίβο δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Γιατί ένα συναίσθημα δεν εξαφανίζεται μόλις το εξηγήσουμε;
Ένα συναίσθημα δεν είναι απλώς μια πρόταση στο μυαλό μας.
Όταν φοβόμαστε, ντρεπόμαστε, θυμώνουμε ή περιμένουμε απόρριψη, συμμετέχουν ταυτόχρονα:
- η προσοχή,
- οι αναμνήσεις,
- η ερμηνεία αυτού που συμβαίνει,
- οι προσδοκίες για το τι θα ακολουθήσει,
- οι σωματικές αντιδράσεις,
- οι παρορμήσεις για δράση,
- και προηγούμενες μορφές μάθησης.
Αν κάποιος έχει μάθει, για παράδειγμα, ότι η συναισθηματική εγγύτητα συνοδεύεται από αστάθεια ή απόρριψη, η παρουσία ενός σημαντικού άλλου ανθρώπου μπορεί να ενεργοποιεί πολύ γρήγορα προσδοκίες κινδύνου. Το άτομο μπορεί ταυτόχρονα να γνωρίζει ότι η σημερινή σχέση είναι διαφορετική.
Οι δύο πληροφορίες μπορούν να συνυπάρχουν:
«Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι εκείνος που με πλήγωσε» και «κάτι μέσα μου περιμένει ότι θα συμβεί ξανά».
Η δεύτερη αντίδραση δεν αποτελεί απαραίτητα μια συνειδητή πεποίθηση. Μπορεί να εμφανίζεται ως σφίξιμο, επαγρύπνηση, ανάγκη για διαβεβαίωση, παρόρμηση να απομακρυνθεί κάποιος ή μια ξαφνική αλλαγή στην αντίληψη της σχέσης.
Η νευροεπιστήμη δεν μιλά για δύο ξεχωριστούς εγκεφάλους
Συχνά χρησιμοποιείται η εύκολη εικόνα ενός «λογικού» προμετωπιαίου φλοιού που προσπαθεί να ελέγξει μια «συναισθηματική» αμυγδαλή. Αυτή η περιγραφή μπορεί να βοηθήσει ως πρώτη εισαγωγή, αλλά είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Η ρύθμιση του συναισθήματος προκύπτει από δίκτυα περιοχών που αλληλεπιδρούν δυναμικά. Η γνωστική επανεκτίμηση —η προσπάθεια να αλλάξουμε το νόημα που δίνουμε σε ένα γεγονός— έχει συνδεθεί με δραστηριότητα σε προμετωπιαίες περιοχές και με μεταβολές στην απόκριση περιοχών που συμμετέχουν στη συναισθηματική επεξεργασία. Πειραματικές μελέτες με fMRI, και πιο πρόσφατα συνδυασμό TMS-fMRI, υποστηρίζουν ότι η συνειδητή επανεκτίμηση μπορεί πράγματι να μεταβάλει την ένταση της συναισθηματικής απόκρισης (Goldin et al., 2013; He et al., 2023).
Αυτό είναι σημαντικό: η σκέψη μπορεί να αλλάξει το συναίσθημα.
Δεν μπορεί όμως πάντοτε να το κάνει άμεσα, πλήρως ή μόνιμα. Η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης εξαρτάται από το πλαίσιο, την ένταση της ενεργοποίησης, την προηγούμενη μάθηση και τις δεξιότητες του ατόμου.
Το ίδιο ισχύει και μέσα στην ψυχοθεραπεία. Μελέτες απεικόνισης σε κοινωνικό άγχος και PTSD έχουν δείξει ότι επιτυχημένη ψυχοθεραπεία μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές στη λειτουργία και στη συνδεσιμότητα δικτύων που σχετίζονται με συναισθηματική επεξεργασία και ρύθμιση (Goldin et al., 2013; Fonzo et al., 2021).
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο «κύκλωμα ψυχοθεραπείας». Σημαίνει ότι η ψυχολογική μάθηση και η κλινική αλλαγή έχουν, όπως κάθε ανθρώπινη μάθηση, νευροβιολογική υπόσταση.
Αν θέλετε μια πιο αναλυτική εισαγωγή σε αυτό το θέμα, μπορείτε να διαβάσετε και το άρθρο «Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας;».
Μπορώ να ξέρω ότι είμαι ασφαλής και παρ’ όλα αυτά να φοβάμαι;
Ναι — και αυτό φαίνεται καθαρά στην έρευνα για τη συναισθηματική μάθηση.
Σε πειράματα εξαρτημένης μάθησης φόβου, οι ερευνητές μπορούν να εξετάσουν διαφορετικές πλευρές της ίδιας μάθησης: τι γνωρίζει συνειδητά ο συμμετέχων, τι περιμένει ότι θα συμβεί, πώς αντιδρά το αυτόνομο νευρικό σύστημα και πόσο έντονη είναι η αντανακλαστική απόκριση φόβου.
Οι μετρήσεις αυτές δεν κινούνται πάντοτε ως μία ενιαία μεταβλητή.
Σε κλασική ανθρώπινη μελέτη, οι Soeter και Kindt (2010) έδειξαν ότι η έκφραση μιας μαθημένης απόκρισης φόβου μπορούσε να μεταβληθεί χωρίς να εξαφανιστεί η δηλωτική γνώση για τη σχέση ανάμεσα στα ερεθίσματα. Το εύρημα δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε σύνθετες ανθρώπινες σχέσεις ή στην ψυχοθεραπεία, αλλά δείχνει κάτι σημαντικό: η συνειδητή γνώση και ορισμένες αυτόματες μορφές συναισθηματικής αντίδρασης είναι δυνατόν να μην είναι απόλυτα ταυτόσημες.
Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί η φράση «μα ξέρω ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάμαι» συχνά δεν αρκεί.
Το άτομο μπορεί πράγματι να το ξέρει.
Και το σώμα του μπορεί πράγματι να έχει μάθει κάτι διαφορετικό.
Η παλιά μάθηση συνήθως δεν διαγράφεται απλώς
Ένας ακόμα χρήσιμος τρόπος να καταλάβουμε το φαινόμενο προέρχεται από την έρευνα της απόσβεσης του φόβου.
Όταν ένα ερέθισμα που είχε συνδεθεί με κίνδυνο παρουσιάζεται επανειλημμένα χωρίς να ακολουθεί ο κίνδυνος, η αντίδραση φόβου μπορεί να μειωθεί. Αυτό ονομάζεται extinction learning, ή μάθηση απόσβεσης.
Ωστόσο, η μείωση της αντίδρασης δεν σημαίνει πάντοτε ότι η αρχική μάθηση έχει εξαφανιστεί. Σε ορισμένες συνθήκες ο φόβος μπορεί να επιστρέψει —για παράδειγμα σε διαφορετικό πλαίσιο ή μετά από νέα στρεσογόνα εμπειρία. Κλινικά, αυτό μας θυμίζει ότι ένα νέο μοτίβο μπορεί να έχει κατακτηθεί αλλά να γίνεται δυσκολότερο να ανακτηθεί όταν το άτομο βρίσκεται υπό μεγάλη πίεση.
Μελέτες σε ανθρώπους με συμπτώματα PTSD έχουν επίσης βρει δυσκολίες σε ορισμένες πλευρές της απόσβεσης του φόβου, ενώ άλλες εργασίες δείχνουν ότι η αίσθηση ασφάλειας μέσα σε ένα σχεσιακό πλαίσιο μπορεί να επηρεάσει τη μάθηση φόβου και την επιστροφή του (Acheson et al., 2015; Toumbelekis et al., 2021).
Δεν σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινο πρόβλημα είναι μια απλή εξαρτημένη αντίδραση φόβου. Οι ανθρώπινες σχέσεις, η ταυτότητα και οι εσωτερικές συγκρούσεις είναι πολύ πιο σύνθετες. Οι πειραματικές αυτές εργασίες είναι χρήσιμες επειδή δείχνουν έναν γενικότερο κανόνα:
η νέα μάθηση χρειάζεται να γίνει αρκετά ισχυρή, επαναλαμβανόμενη και διαθέσιμη σε διαφορετικά πλαίσια ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί παλιές προσδοκίες.
Τι σημαίνει αυτό ψυχοδυναμικά;
Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία ανέκαθεν ξεχώριζε, έστω με διαφορετική ορολογία, την απλή διανοητική κατανόηση από την αλλαγή που προκύπτει όταν ένα μοτίβο γίνεται πραγματικά βιωμένο και επεξεργάσιμο.
Ένα άτομο μπορεί, για παράδειγμα, να έχει καταλάβει ότι φοβάται την εγκατάλειψη. Αυτό είναι ένα πρώτο επίπεδο insight.
Η θεραπευτική εργασία όμως μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πιο συγκεκριμένο:
- να αναγνωρίζει πότε ενεργοποιείται ο φόβος,
- να παρατηρεί τι φαντάζεται ότι σκέφτεται ο άλλος,
- να βλέπει πώς αλλάζει η συμπεριφορά του όταν φοβάται,
- να αντέχει περισσότερο το συναίσθημα χωρίς να αντιδρά αμέσως,
- να καταλαβαίνει πώς το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και μέσα στη θεραπευτική σχέση,
- και να αποκτά επανειλημμένα μια διαφορετική εμπειρία μέσα σε μια σχέση που δεν εξελίσσεται όπως περίμενε.
Αυτή η διαδικασία συχνά περιγράφεται ψυχοδυναμικά ως working through — επεξεργασία ή «δουλειά μέσα από» το μοτίβο. Δεν είναι ένα μεμονωμένο «α, τώρα το κατάλαβα». Είναι η επανειλημμένη αναγνώριση του ίδιου μοτίβου σε διαφορετικές μορφές, συναισθηματικές καταστάσεις και σχέσεις.
Ερευνητικά δεδομένα από ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία είναι συμβατά με αυτή την ιδέα. Οι McCarthy, Caputi και Grenyer (2017), εξετάζοντας σημαντικές στιγμές αλλαγής μέσα σε ψυχοδυναμική θεραπεία, βρήκαν ότι αυτές χαρακτηρίζονταν όχι από καθαρά «γνωστικό» ή καθαρά «συναισθηματικό» υλικό, αλλά από υψηλά επίπεδα και συναισθηματικής και γνωστικής επεξεργασίας, μαζί με ενίσχυση της θεραπευτικής συμμαχίας.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ένας μοναδικός μηχανισμός αλλαγής. Δείχνει όμως ότι η αντίθεση «ή καταλαβαίνω ή νιώθω» πιθανότατα είναι λανθασμένη. Η θεραπευτική αλλαγή μπορεί να απαιτεί σύνδεση της κατανόησης με το συναίσθημα.
Γιατί το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται μέσα στη θεραπεία;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχοθεραπείας.
Μπορούμε να μιλήσουμε θεωρητικά για το πώς κάποιος φοβάται την κριτική. Όμως σε κάποια στιγμή μπορεί να φοβηθεί ότι ο ίδιος ο θεραπευτής τον κρίνει.
Μπορούμε να αναλύσουμε την τάση κάποιου να προσπαθεί να ευχαριστεί τους άλλους. Αλλά η θεραπεία αποκτά διαφορετικό βάθος όταν το άτομο παρατηρεί ότι προσπαθεί να είναι ο «καλός θεραπευόμενος», να λέει τα σωστά πράγματα ή να αποφεύγει να διαφωνήσει με τον θεραπευτή.
Μπορούμε να γνωρίζουμε ότι ένας θυμός είναι επιτρεπτός. Η εμπειρία όμως είναι διαφορετική όταν κάποιος εκφράζει πραγματικά δυσαρέσκεια σε μια σημαντική σχέση και ανακαλύπτει ότι η σχέση δεν καταστρέφεται.
Σε αυτές τις στιγμές η θεραπεία δεν προσφέρει μόνο μια εξήγηση για το παρελθόν. Δημιουργεί μια νέα εμπειρία στο παρόν.
Αυτή η εμπειρία μπορεί σταδιακά να δώσει διαφορετικό νόημα σε προηγούμενες προσδοκίες:
«Μπορώ να θυμώσω και να μη με εγκαταλείψουν.»
«Μπορώ να μην είμαι τέλειος και να παραμένω αποδεκτός.»
«Μπορώ να πλησιάσω χωρίς να χάσω τον εαυτό μου.»
«Μπορώ να αισθανθώ φόβο χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.»
Η διαφορά είναι λεπτή αλλά ουσιαστική. Αυτές οι φράσεις δεν είναι πλέον μόνο ιδέες. Αρχίζουν να γίνονται προβλέψεις που επιβεβαιώνονται μέσα στην εμπειρία.
Τι σχέση έχει εδώ η μνήμη και η επανασταθεροποίηση;
Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη memory reconsolidation, δηλαδή την πιθανότητα μια ήδη αποθηκευμένη μνήμη, όταν επανενεργοποιηθεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να γίνει προσωρινά ευάλωτη σε ενημέρωση πριν σταθεροποιηθεί ξανά.
Η ιδέα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για την ψυχοθεραπεία, επειδή προσφέρει ένα πιθανό μοντέλο για το πώς μια παλιά συναισθηματική προσδοκία μπορεί να μεταβληθεί όταν έρχεται σε επαφή με νέα, ασύμβατη πληροφορία.
Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή.
Δεν αρκεί απλώς να θυμηθεί κάποιος κάτι για να «ανοίξει ένα παράθυρο reconsolidation». Πειραματικές εργασίες έχουν δείξει ότι η επανενεργοποίηση μιας μνήμης από μόνη της δεν εγγυάται επανασταθεροποίηση· παράγοντες όπως το prediction error, δηλαδή η απόκλιση ανάμεσα σε αυτό που περιμένουμε και σε αυτό που τελικά συμβαίνει, φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο (Sevenster et al., 2012).
Επομένως, είναι πρόωρο να ισχυριστούμε ότι «η ψυχοθεραπεία θεραπεύει επειδή κάνει reconsolidation» ή ότι κάθε έντονη θεραπευτική στιγμή ξαναγράφει μια μνήμη. Η έρευνα δεν επιτρέπει ένα τόσο απλό συμπέρασμα.
Η έννοια είναι περισσότερο χρήσιμη ως ερευνητική γέφυρα: υπογραμμίζει ότι η ανάκληση μιας παλιάς εμπειρίας μπορεί να αποκτήσει διαφορετική σημασία όταν συναντά κάτι καινούργιο και μη αναμενόμενο.
Γιατί μερικές φορές «το ξέρω» μόνο όταν είμαι ήρεμος;
Ένα πολύ συχνό φαινόμενο είναι ότι ο άνθρωπος έχει πρόσβαση στη νέα του κατανόηση όταν βρίσκεται σε σχετικά ήρεμη κατάσταση, αλλά την «χάνει» όταν ενεργοποιηθεί έντονα.
Για παράδειγμα:
Όταν η σχέση πηγαίνει καλά, γνωρίζει ότι ο σύντροφός του είναι αξιόπιστος. Μετά από μια καθυστέρηση σε μήνυμα, όμως, μπορεί ξαφνικά να αισθανθεί βεβαιότητα ότι κάτι έχει αλλάξει.
Μετά τη συνεδρία μπορεί να καταλαβαίνει ότι δεν χρειάζεται να ικανοποιεί τους πάντες. Μέσα σε μια σύγκρουση στη δουλειά, όμως, μπορεί να επιστρέψει αυτόματα στην υποχώρηση.
Αυτό δεν ακυρώνει την προηγούμενη δουλειά. Δείχνει ότι η νέα μάθηση δεν έχει ακόμη γενικευτεί σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες χρειάζεται.
Γι’ αυτό η ψυχοθεραπεία δεν βασίζεται μόνο στη δημιουργία μιας «σωστής σκέψης». Η αλλαγή χρειάζεται χρόνο ώστε να εμφανιστεί ξανά:
- σε διαφορετικές σχέσεις,
- σε περιόδους στρες,
- όταν το συναίσθημα είναι πιο έντονο,
- και όταν το παλιό μοτίβο φαίνεται για λίγα λεπτά απολύτως αληθινό.
Η θεραπεία δεν προσπαθεί να σας πείσει ότι δεν πρέπει να αισθάνεστε έτσι
Ένας άνθρωπος που ήδη γνωρίζει ότι η αντίδρασή του είναι υπερβολική συνήθως δεν χρειάζεται ακόμα έναν άνθρωπο να του εξηγήσει ότι είναι υπερβολική.
Μπορεί να χρειάζεται να καταλάβει γιατί αυτή η αντίδραση αποκτά τόσο μεγάλη βεβαιότητα τη στιγμή που εμφανίζεται.
Αντί για:
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνεσαι έτσι»
η θεραπευτική διερεύνηση μπορεί να κινηθεί προς ερωτήματα όπως:
- Τι ακριβώς συνέβη πριν αλλάξει το συναίσθημά σου;
- Τι νόμισες εκείνη τη στιγμή ότι σήμαινε η συμπεριφορά του άλλου;
- Τι περίμενες ότι θα συνέβαινε μετά;
- Τι αισθάνθηκες στο σώμα σου;
- Τι ήθελες να κάνεις αμέσως;
- Πού αλλού έχει εμφανιστεί η ίδια ακολουθία;
- Τι συμβαίνει ανάμεσά μας τώρα καθώς το συζητάμε;
Η ερώτηση αλλάζει από «ποια είναι η σωστή εξήγηση;» σε «πώς οργανώνεται αυτή η εμπειρία τη στιγμή που συμβαίνει;».
Εκεί συχνά αρχίζει η βαθύτερη θεραπευτική δουλειά.
Τότε πότε αλλάζει πραγματικά ένα συναίσθημα;
Δεν υπάρχει ένας μοναδικός μηχανισμός που εξηγεί κάθε θεραπευτική αλλαγή. Διαφορετικές δυσκολίες και διαφορετικοί άνθρωποι πιθανότατα αλλάζουν μέσα από διαφορετικούς συνδυασμούς διεργασιών.
Ωστόσο, μπορούμε να περιγράψουμε μια συχνή πορεία:
1. Αναγνώριση
Το άτομο αρχίζει να βλέπει το μοτίβο αντί να βρίσκεται απλώς μέσα σε αυτό.
2. Κατανόηση
Συνδέει τη σημερινή αντίδραση με τις προσδοκίες, τις σχέσεις, τις εμπειρίες και τις άμυνες που την οργανώνουν.
3. Συναισθηματική επαφή
Δεν μιλά μόνο για το συναίσθημα· μπορεί σταδιακά να το βιώνει, να το ονομάζει και να το αντέχει χωρίς να χρειάζεται αμέσως να το αποφύγει.
4. Νέα εμπειρία
Κάτι συμβαίνει διαφορετικά από αυτό που περίμενε —στη θεραπεία ή έξω από αυτήν.
5. Επανάληψη
Η νέα εμπειρία δεν συμβαίνει μία φορά αλλά αρκετές, σε διαφορετικές καταστάσεις.
6. Ενσωμάτωση
Η νέα κατανόηση γίνεται σταδιακά πιο διαθέσιμη ακόμη και όταν το άτομο βρίσκεται υπό πίεση.
Τότε μπορεί να συμβεί κάτι ενδιαφέρον: η ίδια κατάσταση που παλαιότερα προκαλούσε αυτόματα μια συγκεκριμένη αντίδραση εξακολουθεί ίσως να είναι δύσκολη, αλλά δεν μοιάζει πλέον τόσο αναπόφευκτη.
Αυτό είναι συχνά πιο ρεαλιστικό μέτρο αλλαγής από το «δεν θα ξανααισθανθώ ποτέ έτσι».
Συμπέρασμα
Το γεγονός ότι καταλαβαίνετε τι σας συμβαίνει αλλά συνεχίζετε να νιώθετε το ίδιο δεν σημαίνει ότι η κατανόηση απέτυχε.
Μπορεί να σημαίνει ότι η κατανόηση έχει προηγηθεί της συναισθηματικής μάθησης.
Η ψυχοθεραπευτική αλλαγή δεν είναι απλώς η αντικατάσταση μιας λανθασμένης σκέψης από μια σωστή. Περιλαμβάνει την αναγνώριση μοτίβων, την επεξεργασία του συναισθήματος, τη δημιουργία νέων εμπειριών και την επανάληψή τους μέχρι να γίνουν περισσότερο διαθέσιμες όταν πραγματικά χρειάζονται.
Η σύγχρονη έρευνα δεν υποστηρίζει έναν εύκολο διαχωρισμό ανάμεσα στη «λογική» και στο «συναίσθημα». Αντίθετα, δείχνει ότι η γνωστική ρύθμιση μπορεί να μεταβάλει τη συναισθηματική απόκριση, αλλά και ότι διαφορετικές μορφές μάθησης και μνήμης δεν αλλάζουν πάντα ταυτόχρονα.
Ίσως λοιπόν το πιο χρήσιμο ερώτημα να μην είναι:
«Αφού το έχω καταλάβει, γιατί δεν μου περνάει;»
αλλά:
«Τι χρειάζεται να συμβεί ώστε αυτό που ήδη καταλαβαίνω να μπορέσω σταδιακά και να το βιώσω διαφορετικά;»
Συχνές ερωτήσεις
Γιατί ξέρω ότι μια σκέψη είναι παράλογη αλλά εξακολουθώ να την αισθάνομαι αληθινή;
Επειδή η συνειδητή αξιολόγηση μιας κατάστασης και η αυτόματη συναισθηματική αντίδραση δεν είναι απολύτως ταυτόσημες διεργασίες. Η νέα λογική κατανόηση μπορεί να υπάρχει, ενώ παλαιότερες προσδοκίες εξακολουθούν να ενεργοποιούνται σε συνθήκες στρες ή αβεβαιότητας.
Είναι άχρηστο το insight στην ψυχοθεραπεία;
Όχι. Η έρευνα δείχνει ότι η γνωστική αλλαγή και το insight μπορούν να συνδέονται με κλινική βελτίωση. Το insight όμως συχνά λειτουργεί καλύτερα όταν ενσωματώνεται με συναισθηματική επεξεργασία, νέα συμπεριφορά και νέες εμπειρίες στις σχέσεις.
Πρέπει να ξαναζήσω ένα τραυματικό γεγονός για να αλλάξει το συναίσθημα;
Όχι. Η ψυχοθεραπεία δεν απαιτεί ανεξέλεγκτη επαναβίωση ούτε όσο μεγαλύτερη είναι η συναισθηματική ένταση τόσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα. Η επεξεργασία χρειάζεται να γίνεται μέσα σε πλαίσιο που το άτομο μπορεί να αντέξει και να νοηματοδοτήσει.
Τι είναι το «working through» στην ψυχοδυναμική θεραπεία;
Είναι η επανειλημμένη επεξεργασία ενός μοτίβου καθώς εμφανίζεται σε διαφορετικές καταστάσεις, συναισθήματα και σχέσεις. Διαφέρει από μια μεμονωμένη στιγμή κατανόησης επειδή το νέο νόημα δοκιμάζεται και ενσωματώνεται επανειλημμένα.
Μπορεί η ψυχοθεραπεία να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος;
Μελέτες νευροαπεικόνισης δείχνουν ότι επιτυχημένες ψυχοθεραπείες μπορούν να συνοδεύονται από μεταβολές στη λειτουργία και στη συνδεσιμότητα εγκεφαλικών δικτύων. Δεν υπάρχει όμως ένα μοναδικό «νευρωνικό αποτύπωμα» που να εξηγεί όλες τις ψυχοθεραπείες ή όλους τους ανθρώπους.
Βιβλιογραφία
Acheson, D. T., Geyer, M. A., Baker, D. G., Nievergelt, C. M., Yurgil, K., Risbrough, V. B., & MRS-II Team. (2015). Conditioned fear and extinction learning performance and its association with psychiatric symptoms in active duty Marines. Psychoneuroendocrinology, 51, 495–505. https://doi.org/10.1016/j.psyneuen.2014.09.030
Fonzo, G. A., Goodkind, M. S., Oathes, D. J., Zaiko, Y. V., Harvey, M., Peng, K. K., Weiss, M. E., Thompson, A. L., Zack, S. E., Lindley, S. E., Arnow, B. A., Jo, B., Rothbaum, B. O., & Etkin, A. (2021). Amygdala and insula connectivity changes following psychotherapy for posttraumatic stress disorder: A randomized clinical trial. Biological Psychiatry, 89(9), 857–867. https://doi.org/10.1016/j.biopsych.2020.11.021
Goldin, P. R., Ziv, M., Jazaieri, H., Hahn, K., Heimberg, R., & Gross, J. J. (2013). Impact of cognitive behavioral therapy for social anxiety disorder on the neural dynamics of cognitive reappraisal of negative self-beliefs: Randomized clinical trial. JAMA Psychiatry, 70(10), 1048–1056. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2013.234
He, Z., Li, S., Mo, L., Zheng, Z., Li, Y., Li, H., & Zhang, D. (2023). The VLPFC-engaged voluntary emotion regulation: Combined TMS-fMRI evidence for the neural circuit of cognitive reappraisal. The Journal of Neuroscience, 43(34), 6046–6060. https://doi.org/10.1523/JNEUROSCI.1337-22.2023
McCarthy, K. L., Caputi, P., & Grenyer, B. F. S. (2017). Significant change events in psychodynamic psychotherapy: Is cognition or emotion more important? Psychology and Psychotherapy: Theory, Research and Practice, 90(3), 377–388. https://doi.org/10.1111/papt.12116
Schmidt, I. D., Pfeifer, B. J., & Strunk, D. R. (2019). Putting the “cognitive” back in cognitive therapy: Sustained cognitive change as a mediator of in-session insights and depressive symptom improvement. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 87(5), 446–456. https://doi.org/10.1037/ccp0000392
Sevenster, D., Beckers, T., & Kindt, M. (2012). Retrieval per se is not sufficient to trigger reconsolidation of human fear memory. Neurobiology of Learning and Memory, 97(3), 338–345. https://doi.org/10.1016/j.nlm.2012.01.009
Soeter, M., & Kindt, M. (2010). Dissociating response systems: Erasing fear from memory. Neurobiology of Learning and Memory, 94(1), 30–41. https://doi.org/10.1016/j.nlm.2010.03.004
Toumbelekis, M., Liddell, B. J., & Bryant, R. A. (2021). Secure attachment priming protects against relapse of fear in young adults. Translational Psychiatry, 11, 584. https://doi.org/10.1038/s41398-021-01715-x
Vittorio, L. N., Murphy, S. T., Braun, J. D., & Strunk, D. R. (2022). Using Socratic questioning to promote cognitive change and achieve depressive symptom reduction: Evidence of cognitive change as a mediator. Behaviour Research and Therapy, 150, 104035. https://doi.org/10.1016/j.brat.2022.104035
Πλοήγηση άρθρων
Γιατί επαναλαμβάνω τα ίδια μοτίβα στις σχέσεις μου;
Γιατί επαναλαμβάνονται παρόμοιες δυσκολίες στις σχέσεις; Attachment, προσδοκίες, μεταβίβαση και πώς η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή.
Παλαιότερο άρθροΤι συμβαίνει στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας;
Πώς μπορεί η ψυχοθεραπεία να επηρεάζει τον εγκέφαλο; Τι δείχνουν οι μελέτες fMRI για συναίσθημα, τραύμα, νευροπλαστικότητα και θεραπευτική σχέση.
