Μια δύσκολη εμπειρία μπορεί να έχει τελειώσει χρονικά, χωρίς να έχει πάψει να επηρεάζει τον άνθρωπο που την έζησε.
Ένας ήχος, μια μυρωδιά, μια έκφραση στο πρόσωπο κάποιου ή μια ένταση σε μια σχέση μπορεί να προκαλέσουν ξαφνικά φόβο, θυμό ή την ανάγκη για απομάκρυνση. Μερικές φορές το άτομο γνωρίζει τι ενεργοποίησε την αντίδραση. Άλλοτε νιώθει μόνο ότι το σώμα του βρίσκεται σε συναγερμό, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί.
Μπορεί επίσης να εμφανίζονται εφιάλτες, ανεπιθύμητες εικόνες, δυσκολία εμπιστοσύνης, συναισθηματικό μούδιασμα ή η αίσθηση ότι ο κίνδυνος δεν έχει τελειώσει πραγματικά. Σε άλλες περιπτώσεις, η επίδραση είναι λιγότερο εμφανής: υπερβολική αυτοκριτική, φόβος εγκατάλειψης, ανάγκη ελέγχου ή δυσκολία να αισθανθεί κάποιος ασφαλής ακόμη και μέσα σε σταθερές σχέσεις.
Το ψυχικό τραύμα δεν περιγράφει απλώς κάτι δυσάρεστο που συνέβη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια εμπειρία υπερβαίνει, εκείνη τη στιγμή, τη δυνατότητα του ανθρώπου να την επεξεργαστεί και συνεχίζει να επηρεάζει το αίσθημα ασφάλειας, την εικόνα του εαυτού, τις σχέσεις και τη λειτουργία του στο παρόν.
Δεν είναι κάθε δύσκολη εμπειρία τραύμα
Η λέξη τραύμα χρησιμοποιείται σήμερα πολύ συχνά. Μπορεί να περιγράψει μια απόρριψη, μια επαγγελματική αποτυχία, έναν χωρισμό, μια σύγκρουση ή οποιαδήποτε εμπειρία προκάλεσε έντονη στενοχώρια.
Οι εμπειρίες αυτές μπορεί πράγματι να είναι επώδυνες και να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες. Δεν είναι όμως απαραίτητο να ονομάζονται όλες τραυματικές με την κλινική έννοια.
Η έκθεση σε ένα εξαιρετικά απειλητικό ή τρομακτικό γεγονός δεν οδηγεί επίσης αυτόματα σε διαταραχή μετατραυματικού στρες. Οι άνθρωποι παρουσιάζουν διαφορετικές πορείες μετά από σοβαρές αντιξοότητες: κάποιοι αναρρώνουν σχετικά γρήγορα, άλλοι εμφανίζουν συμπτώματα που μειώνονται σταδιακά και κάποιοι αναπτύσσουν πιο επίμονες δυσκολίες. Η ανθεκτικότητα είναι συχνή, αλλά δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιος θα ανακάμψει χωρίς πρόσθετη υποστήριξη (Bonanno, 2021).
Η διάκριση αυτή έχει σημασία για δύο λόγους. Από τη μία, δεν χρειάζεται να παθολογικοποιούμε κάθε επώδυνη ανθρώπινη εμπειρία. Από την άλλη, δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε τη δυσφορία κάποιου επειδή δεν πληροί τα κριτήρια μιας συγκεκριμένης διάγνωσης.
Τι είναι η διαταραχή μετατραυματικού στρες;
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες, γνωστή ως PTSD, μπορεί να εμφανιστεί μετά από έκθεση σε ένα εξαιρετικά απειλητικό ή τρομακτικό γεγονός ή σειρά γεγονότων.
Στην ταξινόμηση ICD-11, τα βασικά χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν:
- την επαναβίωση της εμπειρίας σαν να συμβαίνει ξανά στο παρόν,
- την αποφυγή σκέψεων, συναισθημάτων, ανθρώπων ή καταστάσεων που τη θυμίζουν,
- ένα επίμονο αίσθημα τρέχουσας απειλής, το οποίο μπορεί να εκδηλώνεται ως υπερεπαγρύπνηση ή έντονη αντίδραση αιφνιδιασμού.
Για να μιλήσουμε για διαταραχή, τα συμπτώματα χρειάζεται να προκαλούν σημαντική δυσφορία ή να επηρεάζουν την προσωπική, κοινωνική ή επαγγελματική ζωή. Η αξιολόγηση δεν βασίζεται απλώς στο αν συνέβη ένα σοβαρό γεγονός, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το άτομο εξακολουθεί να το βιώνει και στη λειτουργική του επίδραση (Cloitre, 2020; Maercker et al., 2022).
Όταν η ανάμνηση μοιάζει να συμβαίνει τώρα
Μια συνηθισμένη ανάμνηση τοποθετείται συνήθως στο παρελθόν:
«Αυτό συνέβη τότε και τώρα το θυμάμαι.»
Στη μετατραυματική επαναβίωση, η εμπειρία μπορεί να αποκτά μια διαφορετική αίσθηση:
«Το σώμα μου αντιδρά σαν να συμβαίνει ξανά τώρα.»
Η επαναβίωση δεν εμφανίζεται πάντοτε ως ολοκληρωμένη οπτική αναδρομή. Μπορεί να είναι μια εικόνα, ένας ήχος, μια σωματική αίσθηση, ένας εφιάλτης ή ένα ξαφνικό κύμα φόβου και αδυναμίας.
Ένα καθημερινό ερέθισμα μπορεί να αποκτήσει απειλητική σημασία επειδή συνδέθηκε με την αρχική εμπειρία. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει λογικά ότι βρίσκεται σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, αλλά το σώμα του να έχει ήδη ενεργοποιηθεί πριν προλάβει να κάνει αυτή τη διάκριση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σώμα αποθηκεύει κυριολεκτικά ολόκληρο το τραύμα ή ότι κάθε σωματική ενόχληση αποτελεί κρυμμένη τραυματική μνήμη. Σημαίνει ότι η μνήμη, η προσοχή, η σωματική διέγερση και η αντίληψη του κινδύνου μπορούν να παραμείνουν στενά συνδεδεμένες.
Η αποφυγή προσφέρει ανακούφιση αλλά μπορεί να διατηρεί τον φόβο
Μετά από μια τρομακτική εμπειρία, η αποφυγή είναι κατανοητή.
Κάποιος μπορεί να αποφεύγει ένα μέρος, μια διαδρομή, μια συζήτηση, μια συγκεκριμένη σχέση ή οτιδήποτε του θυμίζει το γεγονός. Μπορεί επίσης να αποφεύγει εσωτερικές εμπειρίες: σκέψεις, εικόνες, συναισθήματα ή σωματικές αισθήσεις.
Η αποφυγή συχνά μειώνει άμεσα το άγχος. Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να εμποδίζει τον άνθρωπο να διαπιστώσει ότι μια υπενθύμιση δεν αποτελεί πλέον τον αρχικό κίνδυνο και ότι το συναίσθημα μπορεί να γίνει ανεκτό χωρίς να χρειάζεται πάντα να απομακρυνθεί.
Σταδιακά, η καθημερινότητα μπορεί να περιορίζεται:
- ορισμένα μέρη αποκλείονται,
- οι κοινωνικές επαφές μειώνονται,
- οι στενές σχέσεις γίνονται πιο δύσκολες,
- ο ύπνος αποφεύγεται λόγω εφιαλτών,
- οι σκέψεις και τα συναισθήματα ελέγχονται διαρκώς.
Η αποφυγή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Είναι ένας τρόπος προστασίας που μπορεί να ήταν απαραίτητος κάποτε, αλλά στο παρόν να περιορίζει τη δυνατότητα επεξεργασίας και επανασύνδεσης με τη ζωή.
Ενοχή, ντροπή και αυτοκατηγορία
Μετά από μια τραυματική εμπειρία, ο άνθρωπος μπορεί να κατηγορεί τον εαυτό του για όσα έκανε ή δεν έκανε.
Μπορεί να σκέφτεται:
«Έπρεπε να είχα αντιδράσει.» «Γιατί δεν έφυγα νωρίτερα;» «Εγώ το επέτρεψα.» «Κάτι πρέπει να υπάρχει σε μένα που προκάλεσε αυτό που συνέβη.»
Οι σκέψεις αυτές συχνά αξιολογούν μια παλαιότερη κατάσταση με βάση τη γνώση και τις δυνατότητες που υπάρχουν στο παρόν. Παραβλέπουν τον φόβο, την εξάρτηση, την ηλικία, την ανισορροπία δύναμης ή την πραγματική αδυναμία διαφυγής που μπορεί να υπήρχαν τότε.
Η αυτοκατηγορία μπορεί επίσης να δημιουργεί μια οδυνηρή αίσθηση ελέγχου: αν το γεγονός συνέβη επειδή το άτομο έκανε κάποιο λάθος, ίσως μπορεί να προστατευτεί στο μέλλον αν δεν το επαναλάβει. Η εναλλακτική ότι κάτι τρομακτικό συνέβη χωρίς να μπορεί να το ελέγξει μπορεί να μοιάζει ακόμη πιο απειλητική.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ώστε να εξεταστούν αυτές οι ερμηνείες με μεγαλύτερη συμπόνια και ακρίβεια, χωρίς να υποβαθμίζεται η πραγματική εμπειρία.
Πώς επηρεάζονται οι σχέσεις
Μια τραυματική εμπειρία μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το αίσθημα σωματικής ασφάλειας, αλλά και την εμπιστοσύνη προς τους άλλους.
Όταν ο κίνδυνος προήλθε από έναν άνθρωπο που είχε δύναμη, οικειότητα ή ευθύνη φροντίδας, η σχέση μπορεί να συνδεθεί ταυτόχρονα με την ανάγκη για σύνδεση και με τον φόβο ότι η εγγύτητα θα οδηγήσει σε πόνο.
Κάποιος μπορεί να επιθυμεί στενές σχέσεις, αλλά να απομακρύνεται όταν αρχίζει να νιώθει ευάλωτος. Μπορεί να παρακολουθεί διαρκώς τις διαθέσεις των άλλων, να δυσκολεύεται να θέσει όρια ή να αντιδρά έντονα σε μικρές ενδείξεις απόστασης.
Άλλοτε δημιουργείται μια ισχυρή ανάγκη αυτονομίας:
«Δεν πρέπει να χρειάζομαι κανέναν.» «Αν βασιστώ σε κάποιον, θα αποκτήσει δύναμη πάνω μου.» «Είμαι ασφαλής μόνο όταν έχω τον πλήρη έλεγχο.»
Οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι απαραίτητα παράλογες. Μπορεί να αποτελούν προσαρμογές σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη δεν ήταν ασφαλής.
Τι είναι το σύνθετο PTSD;
Το σύνθετο PTSD έχει αναγνωριστεί ως ξεχωριστή διάγνωση στο ICD-11. Περιλαμβάνει τα βασικά συμπτώματα του PTSD και επιπλέον επίμονες δυσκολίες:
- στη ρύθμιση των συναισθημάτων,
- στην εικόνα του εαυτού, συχνά με έντονη ντροπή ή αίσθηση αναξιότητας,
- στη δημιουργία και διατήρηση στενών σχέσεων.
Συνδέεται συχνότερα με παρατεταμένες ή επαναλαμβανόμενες εμπειρίες από τις οποίες η διαφυγή ήταν δύσκολη, όπως κακοποίηση στην παιδική ηλικία, ενδοοικογενειακή βία, βασανισμός ή παρατεταμένη αιχμαλωσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με τέτοιες εμπειρίες θα αναπτύξει σύνθετο PTSD ούτε ότι η διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο από το ιστορικό. Χρειάζεται αξιολόγηση του συγκεκριμένου συνδυασμού συμπτωμάτων και της λειτουργικής επίδρασης (Cloitre, 2020; Maercker et al., 2022).
Οι μακροχρόνιες δυσκολίες της παιδικής ηλικίας συνδέονται στατιστικά με αυξημένο κίνδυνο διαφορετικών ψυχικών προβλημάτων στην ενήλικη ζωή. Ωστόσο, πρόκειται για αύξηση πιθανότητας και όχι για αναπόφευκτη έκβαση: το ιστορικό δεν καθορίζει με βεβαιότητα το μέλλον ενός ανθρώπου (McKay et al., 2021).
Μια ψυχοδυναμική κατανόηση
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο η εμπειρία έχει επηρεάσει την εσωτερική εικόνα του ανθρώπου για τον εαυτό του και τους άλλους.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο:
«Τι συνέβη;»
Αλλά και:
«Τι έμαθα μέσα από αυτό για το ποιος είμαι, τι μπορώ να περιμένω από τους άλλους και πόσο ασφαλές είναι να έχω ανάγκες;»
Κάποιος μπορεί να έχει καταλήξει ότι πρέπει να είναι διαρκώς προσεκτικός. Ότι δεν πρέπει να δείχνει αδυναμία. Ότι η αγάπη συνοδεύεται πάντα από έλεγχο ή απόρριψη. Ότι η αξία του εξαρτάται από το αν είναι χρήσιμος και δεν επιβαρύνει κανέναν.
Οι πεποιθήσεις αυτές μπορεί να μην υπάρχουν μόνο ως συνειδητές σκέψεις. Μπορεί να εμφανίζονται μέσα στις σχέσεις, στον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τις προθέσεις των άλλων και στο πόσο δύσκολο του είναι να ζητήσει βοήθεια.
Μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορούν να γίνουν σταδιακά ορατά αυτά τα μοτίβα: ο φόβος της κριτικής, η δυσπιστία, η ανάγκη να ελέγχεται η απόσταση ή η πεποίθηση ότι η εξάρτηση θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε απογοήτευση.
Η κατανόηση δεν σημαίνει ότι το σύμπτωμα εξαφανίζεται απλώς επειδή βρέθηκε μια εξήγηση. Μπορεί όμως να βοηθήσει ώστε οι αντιδράσεις να πάψουν να βιώνονται ως ανεξήγητα ελαττώματα και να αναγνωριστούν ως τρόποι προστασίας που διαμορφώθηκαν μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες.
Χρειάζεται να μιλήσει κάποιος αμέσως για όλα;
Η θεραπεία του τραύματος δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αφηγηθεί αμέσως κάθε λεπτομέρεια της εμπειρίας του.
Η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη, η κατανόηση των συμπτωμάτων και η συνεργασία γύρω από τους στόχους της θεραπείας αποτελούν σημαντικά στοιχεία της διαδικασίας. Η θεραπεία χρειάζεται να προσαρμόζεται στις ανάγκες, στις προτιμήσεις, στη σταθερότητα και στις πιθανές συνυπάρχουσες δυσκολίες του κάθε ανθρώπου.
Παράλληλα, η συστηματική αποφυγή κάθε αναφοράς στο τραύμα μπορεί να περιορίζει τη θεραπευτική αλλαγή όταν υπάρχει PTSD. Ο στόχος δεν είναι ούτε η βίαιη αποκάλυψη ούτε η μόνιμη αποφυγή, αλλά μια διαδικασία στην οποία η επεξεργασία γίνεται με προετοιμασία, συνεργασία και κατάλληλο ρυθμό.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες του NICE δίνουν έμφαση στην πρόσβαση στη φροντίδα, στη συνεργατική αξιολόγηση και στις τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες ανθρώπων με σύνθετες δυσκολίες.
Τι δείχνει η έρευνα για την ψυχοθεραπεία;
Για τη διαταραχή μετατραυματικού στρες, την ισχυρότερη ερευνητική τεκμηρίωση διαθέτουν οι ψυχοθεραπείες που εστιάζουν άμεσα στην τραυματική εμπειρία και στους μηχανισμούς που διατηρούν τα συμπτώματα.
Σε αυτές περιλαμβάνονται μορφές τραυματοεστιασμένης γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας, όπως η γνωστική θεραπεία, η παρατεταμένη έκθεση και η θεραπεία γνωστικής επεξεργασίας, καθώς και η EMDR. Οι θεραπείες αυτές έχουν δείξει κλινικά σημαντικά αποτελέσματα σε μεγάλες συστηματικές ανασκοπήσεις και δικτυακές μετα-αναλύσεις (Lewis et al., 2020; Yunitri et al., 2023).
Η ύπαρξη πολλαπλών ή επαναλαμβανόμενων τραυματικών εμπειριών δεν σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να βοηθήσει. Μετα-ανάλυση του 2024 βρήκε ισχυρά δεδομένα αποτελεσματικότητας ψυχολογικών παρεμβάσεων και σε ενήλικες με ιστορικό πολλαπλών τραυματικών γεγονότων (Hoppen et al., 2024).
Για συμπτώματα σύνθετου PTSD, τα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι ψυχολογικές παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν τόσο τα κεντρικά μετατραυματικά συμπτώματα όσο και ορισμένες δυσκολίες στη ρύθμιση, στην αυτοεικόνα και στις σχέσεις. Ωστόσο, η επιλογή και η αλληλουχία των θεραπευτικών στοιχείων χρειάζονται εξατομίκευση, καθώς η ερευνητική βάση εξακολουθεί να αναπτύσσεται (Karatzias et al., 2019).
Πότε είναι χρήσιμο να ζητηθεί βοήθεια
Μια ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν:
- επανέρχονται ανεπιθύμητες εικόνες, εφιάλτες ή έντονες σωματικές αντιδράσεις,
- υπάρχει επίμονο αίσθημα κινδύνου ή υπερεπαγρύπνηση,
- αποφεύγονται όλο και περισσότερες καταστάσεις,
- η εμπιστοσύνη και η εγγύτητα στις σχέσεις έχουν γίνει πολύ δύσκολες,
- υπάρχει έντονη ντροπή, ενοχή ή αυτοκατηγορία,
- εμφανίζεται συναισθηματικό μούδιασμα ή αποσύνδεση,
- επηρεάζονται ο ύπνος, η εργασία ή η καθημερινή λειτουργικότητα,
- χρησιμοποιούνται ουσίες ή επικίνδυνες συμπεριφορές για να μειωθεί η ένταση,
- ο άνθρωπος αισθάνεται ότι αντιδρά συνεχώς σε κάτι που έχει ήδη τελειώσει.
Μέσα από την ψυχοθεραπεία για το τραύμα και τις δύσκολες εμπειρίες μπορεί να διερευνηθεί τόσο ο άμεσος τρόπος με τον οποίο ενεργοποιείται ο φόβος όσο και η επίδραση της εμπειρίας στην αυτοεικόνα, στις σχέσεις και στην αίσθηση ασφάλειας.
Ο στόχος δεν είναι να διαγραφεί το παρελθόν ή να πάψει η ανάμνηση να έχει σημασία. Είναι να μπορέσει η εμπειρία να τοποθετηθεί περισσότερο στο παρελθόν, ώστε να μην καθορίζει διαρκώς το σώμα, τις σχέσεις και τις επιλογές του παρόντος.
Βιβλιογραφία
Bonanno, G. A. (2021). The resilience paradox. European Journal of Psychotraumatology, 12(1), Article 1942642. https://doi.org/10.1080/20008198.2021.1942642
Cloitre, M. (2020). ICD-11 complex post-traumatic stress disorder: Simplifying diagnosis in trauma populations. The British Journal of Psychiatry, 216(3), 129-131. https://doi.org/10.1192/bjp.2020.43
Hoppen, T. H., Meiser-Stedman, R., Kip, A., Birkeland, M. S., & Morina, N. (2024). The efficacy of psychological interventions for adult post-traumatic stress disorder following exposure to single versus multiple traumatic events: A meta-analysis of randomised controlled trials. The Lancet Psychiatry, 11(2), 112-122. https://doi.org/10.1016/S2215-0366(23)00373-5
Karatzias, T., Murphy, P., Cloitre, M., Bisson, J. I., Roberts, N. P., Shevlin, M., Hyland, P., Maercker, A., Ben-Ezra, M., Coventry, P., Mason-Roberts, S., & Bradley, A. (2019). Psychological interventions for ICD-11 complex PTSD symptoms: Systematic review and meta-analysis. Psychological Medicine, 49(11), 1761-1775. https://doi.org/10.1017/S0033291719000436
Lewis, C., Roberts, N. P., Andrew, M., Starling, E., & Bisson, J. I. (2020). Psychological therapies for post-traumatic stress disorder in adults: Systematic review and meta-analysis. European Journal of Psychotraumatology, 11(1), Article 1729633. https://doi.org/10.1080/20008198.2020.1729633
Maercker, A., Cloitre, M., Bachem, R., Schlumpf, Y. R., Khoury, B., Hitchcock, C., & Bohus, M. (2022). Complex post-traumatic stress disorder. The Lancet, 400(10345), 60-72. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(22)00821-2
McKay, M. T., Cannon, M., Chambers, D., Conroy, R. M., Coughlan, H., Dodd, P., Healy, C., O’Donnell, L., & Clarke, M. C. (2021). Childhood trauma and adult mental disorder: A systematic review and meta-analysis of longitudinal cohort studies. Acta Psychiatrica Scandinavica, 143(3), 189-205. https://doi.org/10.1111/acps.13268
National Institute for Health and Care Excellence. (2018). Post-traumatic stress disorder (NICE Guideline NG116). https://www.nice.org.uk/guidance/ng116
Yunitri, N., Chu, H., Kang, X. L., Wiratama, B. S., Lee, T.-Y., Chang, L.-F., Liu, D., Kustanti, C. Y., Chiang, K.-J., Chen, R., Tseng, P., & Chou, K.-R. (2023). Comparative effectiveness of psychotherapies in adults with posttraumatic stress disorder: A network meta-analysis of randomised controlled trials. Psychological Medicine, 53(13), 6376-6388. https://doi.org/10.1017/S0033291722003737
Σημείωση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη ψυχολογική, ψυχιατρική ή ιατρική αξιολόγηση.
Πλοήγηση άρθρων
Συναισθηματική ρύθμιση: όταν τα συναισθήματα δυσκολεύουν
Τι είναι η συναισθηματική ρύθμιση, γιατί δεν σημαίνει καταπίεση των συναισθημάτων και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.
Παλαιότερο άρθροΧαμηλή διάθεση ή κατάθλιψη; Πότε χρειάζεται βοήθεια
Πώς διαφέρει μια δύσκολη περίοδος από την κατάθλιψη, ποια σημάδια χρειάζονται προσοχή και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.
