Η κατάθλιψη δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως συνεχής θλίψη. Για ορισμένους ανθρώπους εμφανίζεται περισσότερο ως απώλεια ενδιαφέροντος, έλλειψη ενέργειας, δυσκολία συγκέντρωσης, διαταραχές στον ύπνο, ευερεθιστότητα ή αίσθημα ότι ακόμη και οι πιο απλές υποχρεώσεις απαιτούν υπερβολική προσπάθεια.
Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο η κατάθλιψη μπορεί να παραμένει για καιρό αθέατη. Ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίζει να εργάζεται, να φροντίζει τους άλλους ή να ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στις υποχρεώσεις του, αλλά να το κάνει με σημαντικά μεγαλύτερο ψυχικό κόστος.
Η κατάθλιψη δεν μπορεί να προσδιοριστεί από ένα μόνο σύμπτωμα ούτε από ένα δύσκολο διάστημα λίγων ημερών. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη το σύνολο των συναισθηματικών, γνωστικών, σωματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων, τη διάρκειά τους και κυρίως τον βαθμό στον οποίο επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα (National Institute for Health and Care Excellence [NICE], 2022).
Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία της κατάθλιψης
Η σύγχρονη έρευνα δεν υποστηρίζει ότι η κατάθλιψη έχει μία ενιαία αιτία ή ότι εξηγείται επαρκώς από μια απλή «χημική ανισορροπία». Πρόκειται για μια ετερογενή κατάσταση, στην οποία μπορούν να συμβάλλουν διαφορετικοί συνδυασμοί βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων (Marx et al., 2023).
Σε αυτούς μπορεί να περιλαμβάνονται:
- γενετική ευαλωτότητα,
- πρώιμες δυσμενείς εμπειρίες,
- απώλειες και παρατεταμένο στρες,
- συγκρούσεις ή απομόνωση στις σχέσεις,
- χρόνια σωματική ασθένεια,
- διαταραχές του ύπνου,
- οικονομική ή εργασιακή ανασφάλεια,
- τρόποι σκέψης και συμπεριφοράς που διατηρούν τη δυσφορία.
Οι παράγοντες αυτοί αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης, αλλά δεν καθορίζουν με βεβαιότητα την πορεία ενός ανθρώπου. Ακόμη και όταν ένας παράγοντας κινδύνου συνδέεται στατιστικά με την κατάθλιψη, οι περισσότεροι άνθρωποι που εκτίθενται σε αυτόν δεν θα αναπτύξουν απαραίτητα μια ψυχική διαταραχή (Cuijpers et al., 2021).
Για παράδειγμα, η παιδική κακομεταχείριση και η συναισθηματική παραμέληση έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή. Η σχέση είναι σημαντική, αλλά δεν είναι μοιραία ούτε σημαίνει ότι η κατάθλιψη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε μία πρώιμη εμπειρία (Humphreys et al., 2020).
Αντίστοιχα, η μοναξιά συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα μεταγενέστερης εμφάνισης κατάθλιψης. Ωστόσο, η σχέση είναι σύνθετη και πιθανότατα αμφίδρομη: η κοινωνική απομόνωση μπορεί να αυξάνει την ψυχική ευαλωτότητα, ενώ τα καταθλιπτικά συμπτώματα μπορεί να οδηγούν τον άνθρωπο σε μεγαλύτερη απόσυρση (Mann et al., 2022).
Γιατί ακόμη και τα απλά μοιάζουν τόσο δύσκολα;
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κατάθλιψης είναι η ανηδονία, δηλαδή η μειωμένη ικανότητα να βιώνει κάποιος ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση. Δεν σημαίνει πάντοτε ότι τίποτα δεν προκαλεί κανένα θετικό συναίσθημα. Μπορεί να εκδηλώνεται ως μειωμένη προσμονή, μικρότερο κίνητρο να ξεκινήσει μια δραστηριότητα ή δυσκολία να αισθανθεί ότι η προσπάθεια αξίζει τον κόπο.
Μετα-ανάλυση μελετών για την επεξεργασία της ανταμοιβής έδειξε ότι τα άτομα με κατάθλιψη παρουσιάζουν, κατά μέσο όρο, μικρές έως μέτριες δυσκολίες σε διαφορετικές πλευρές της ανταμοιβής. Τα αποτελέσματα, όμως, παρουσίαζαν σημαντική ετερογένεια, κάτι που σημαίνει ότι ο μηχανισμός δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους (Halahakoon et al., 2020).
Η μειωμένη κινητοποίηση δεν περιγράφεται επαρκώς ως «τεμπελιά». Συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι η κατάθλιψη συνδέεται με μικρότερη προθυμία να καταβληθεί γνωστική ή σωματική προσπάθεια για μια ανταμοιβή, ιδιαίτερα όταν η προσπάθεια γίνεται αντιληπτή ως μεγάλη ή το πιθανό όφελος ως αβέβαιο (Horne et al., 2021).
Έτσι, δραστηριότητες που παλαιότερα γίνονταν σχεδόν αυτόματα —να σηκωθεί κάποιος από το κρεβάτι, να απαντήσει σε ένα μήνυμα, να μαγειρέψει ή να βγει από το σπίτι— μπορεί να απαιτούν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια. Η δυσκολία είναι πραγματική, ακόμη και όταν δεν είναι ορατή στους άλλους.
Όταν η σκέψη «κολλάει»
Η κατάθλιψη συχνά συνοδεύεται από ανακύκλωση αρνητικών σκέψεων. Ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέφει επανειλημμένα στα ίδια ερωτήματα:
- «Γιατί είμαι έτσι;»
- «Τι έκανα λάθος;»
- «Γιατί δεν μπορώ να λειτουργήσω όπως πριν;»
- «Τι θα γίνει αν δεν αλλάξει τίποτα;»
Αυτή η διαδικασία ονομάζεται συχνά μηρυκασμός ή καταθλιπτική ανακύκλωση σκέψεων. Διαφέρει από την παραγωγική σκέψη, επειδή δεν οδηγεί απαραίτητα σε νέα κατανόηση ή συγκεκριμένη δράση. Αντίθετα, μπορεί να παρατείνει την αρνητική διάθεση, να ενισχύσει την αυτοκριτική και να δυσκολέψει την επίλυση προβλημάτων (Watkins & Roberts, 2020).
Ο άνθρωπος μπορεί να περνά ώρες αναλύοντας τα αίτια της δυσφορίας του, αλλά να αισθάνεται στο τέλος περισσότερο εξαντλημένος και λιγότερο ικανός να κινηθεί. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή «δεν προσπαθεί αρκετά», αλλά επειδή η προσοχή του παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο σκέψης.
Συγκέντρωση, αποφάσεις και οργάνωση
Η κατάθλιψη μπορεί επίσης να επηρεάζει την ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και ορισμένες εκτελεστικές λειτουργίες, όπως:
- η συγκέντρωση,
- η διατήρηση πληροφοριών στη μνήμη εργασίας,
- ο σχεδιασμός,
- η λήψη αποφάσεων,
- η εναλλαγή ανάμεσα σε εργασίες,
- η έναρξη και ολοκλήρωση μιας δραστηριότητας.
Συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι οι άνθρωποι με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή εμφανίζουν κατά μέσο όρο δυσκολίες τόσο στην ταχύτητα επεξεργασίας όσο και σε πλευρές της εκτελεστικής λειτουργίας. Υπήρχαν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές μεταξύ των μελετών και των συμμετεχόντων (Nuño et al., 2021).
Στην καθημερινότητα αυτό μπορεί να μοιάζει με αναβλητικότητα, ακαταστασία ή αδιαφορία. Στην πραγματικότητα, ακόμη και μια μικρή απόφαση μπορεί να απαιτεί περισσότερο χρόνο και γνωστική προσπάθεια. Όταν προστίθεται η χαμηλή ενέργεια, μια λίστα υποχρεώσεων μπορεί να γίνεται γρήγορα συντριπτική.
Ο κύκλος της απόσυρσης
Όταν μια δραστηριότητα δεν προσφέρει πλέον την ίδια ευχαρίστηση ή απαιτεί υπερβολικό κόπο, είναι κατανοητό ο άνθρωπος να αρχίσει να την αποφεύγει. Μπορεί να ακυρώνει συναντήσεις, να εγκαταλείπει ενδιαφέροντα ή να περιορίζει την επικοινωνία του.
Η απόσυρση προσφέρει ορισμένες φορές προσωρινή ανακούφιση, επειδή μειώνει τις απαιτήσεις. Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να περιορίσει τις ευκαιρίες για θετική εμπειρία, αίσθηση ικανότητας, κοινωνική υποστήριξη και επαφή με όσα έχουν προσωπική αξία.
Έτσι μπορεί να σχηματιστεί ένας κύκλος:
χαμηλή διάθεση → λιγότερη δραστηριότητα → λιγότερες πιθανότητες θετικής εμπειρίας → περισσότερη απομόνωση και χαμηλότερη διάθεση.
Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί τη βάση της συμπεριφορικής ενεργοποίησης, μιας δομημένης ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης για την κατάθλιψη. Η συμπεριφορική ενεργοποίηση δεν λέει απλώς στον άνθρωπο να «βγει έξω» ή να «σκεφτεί θετικά». Εξετάζει συστηματικά τους κύκλους αποφυγής και βοηθά στην προσεκτική επανένταξη δραστηριοτήτων που συνδέονται με νόημα, επαφή ή αίσθηση ολοκλήρωσης. Μετα-αναλυτικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι αποτελεί αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή για την κατάθλιψη (Cuijpers et al., 2023).
Οι βιολογικοί μηχανισμοί δεν είναι ίδιοι για όλους
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αλλαγές σε πολλαπλά βιολογικά συστήματα, αλλά κανένας μεμονωμένος βιοδείκτης δεν μπορεί σήμερα να εξηγήσει ή να διαγνώσει όλες τις περιπτώσεις (Marx et al., 2023).
Ένα πεδίο έρευνας αφορά τη χαμηλού βαθμού φλεγμονή. Μετα-ανάλυση έδειξε ότι περίπου το ένα τέταρτο των ατόμων με κατάθλιψη παρουσίαζε αυξημένες τιμές C-αντιδρώσας πρωτεΐνης πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο. Το εύρημα υποδηλώνει ότι η φλεγμονή μπορεί να είναι σημαντική για ένα υποσύνολο ανθρώπων, όχι ότι αποτελεί την καθολική αιτία της κατάθλιψης (Osimo et al., 2019).
Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Η κατάθλιψη δεν είναι μία ενιαία βιολογική ασθένεια που εκδηλώνεται πανομοιότυπα σε όλους. Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν παρόμοια συμπτώματα, αλλά διαφορετικούς συνδυασμούς παραγόντων και μηχανισμών.
Πότε χρειάζεται αξιολόγηση;
Ένα διάστημα θλίψης, απογοήτευσης ή εξάντλησης δεν σημαίνει από μόνο του κατάθλιψη. Χρειάζεται, όμως, αξιολόγηση όταν συμπτώματα όπως η χαμηλή διάθεση ή η απώλεια ενδιαφέροντος:
- εμφανίζονται τις περισσότερες ώρες της ημέρας,
- επιμένουν σχεδόν καθημερινά για τουλάχιστον δύο εβδομάδες,
- συνοδεύονται από σημαντικές αλλαγές στον ύπνο, την όρεξη, την ενέργεια, τη συγκέντρωση ή την αυτοεκτίμηση,
- επηρεάζουν αισθητά την εργασία, τις σπουδές, τις σχέσεις ή την αυτοφροντίδα.
Η αξιολόγηση δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην καταμέτρηση συμπτωμάτων. Χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια, τη σοβαρότητα, το ιστορικό του ανθρώπου, τη σωματική του υγεία, τη χρήση ουσιών ή φαρμάκων, προηγούμενες περιόδους ασυνήθιστα αυξημένης ενέργειας και τον κίνδυνο αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας (NICE, 2022).
Ορισμένες σωματικές παθήσεις, φάρμακα και διαταραχές ύπνου μπορούν επίσης να προκαλούν ή να επιδεινώνουν συμπτώματα που μοιάζουν με κατάθλιψη. Για τον λόγο αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις είναι χρήσιμη και η ιατρική αξιολόγηση.
Τι σημαίνει αυτό για τη θεραπεία;
Εφόσον η κατάθλιψη δεν έχει μία μόνο αιτία, δεν υπάρχει μία θεραπεία που να ταιριάζει με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Η επιλογή παρέμβασης εξαρτάται από τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, το ιστορικό, τις προτιμήσεις του ανθρώπου και τον βαθμό στον οποίο επηρεάζεται η καθημερινότητά του (NICE, 2022).
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει να διερευνηθούν:
- οι απώλειες ή αλλαγές που προηγήθηκαν των συμπτωμάτων,
- τα μοτίβα αυτοκριτικής και ενοχής,
- οι δυσκολίες στις σχέσεις,
- οι κύκλοι αποφυγής και απόσυρσης,
- η ανακύκλωση αρνητικών σκέψεων,
- ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά του.
Ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν περισσότερο δομημένες παρεμβάσεις, όπως η συμπεριφορική ενεργοποίηση, ή άλλες μορφές ψυχοθεραπείας. Σε μέτρια ή σοβαρή κατάθλιψη, ή όταν τα συμπτώματα επιμένουν, μπορεί να εξεταστεί και η φαρμακευτική αγωγή σε συνεργασία με ψυχίατρο.
Το σημαντικό είναι να μην ερμηνεύονται τα συμπτώματα ως προσωπική αποτυχία. Η δυσκολία να κινητοποιηθεί κάποιος, να συγκεντρωθεί ή να ανταποκριθεί όπως παλαιότερα μπορεί να αποτελεί μέρος της ίδιας της κατάθλιψης. Η αναγνώριση αυτού του μηχανισμού δεν καταργεί την προσωπική δράση· βοηθά, όμως, να αντικατασταθεί η ενοχή με μια πιο ακριβή κατανόηση του προβλήματος.
Σημαντικό: Αν υπάρχουν σκέψεις αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας, ή αν αισθάνεστε ότι δεν μπορείτε να παραμείνετε ασφαλείς, χρειάζεται άμεση βοήθεια από τις επείγουσες υπηρεσίες ή από το πλησιέστερο εφημερεύον νοσοκομείο.
Βιβλιογραφία
Cuijpers, P., Karyotaki, E., Harrer, M., & Stikkelbroek, Y. (2023). Individual behavioral activation in the treatment of depression: A meta-analysis. Psychotherapy Research, 33(7), 886–897. https://doi.org/10.1080/10503307.2023.2197630
Cuijpers, P., Smit, F., & Furukawa, T. A. (2021). Most at-risk individuals will not develop a mental disorder: The limited predictive strength of risk factors. World Psychiatry, 20(2), 224–225. https://doi.org/10.1002/wps.20852
Halahakoon, D. C., Kieslich, K., O’Driscoll, C., Nair, A., Lewis, G., & Roiser, J. P. (2020). Reward-processing behavior in depressed participants relative to healthy volunteers: A systematic review and meta-analysis. JAMA Psychiatry, 77(12), 1286–1295. https://doi.org/10.1001/jamapsychiatry.2020.2139
Horne, S. J., Topp, T. E., & Quigley, L. (2021). Depression and the willingness to expend cognitive and physical effort for rewards: A systematic review. Clinical Psychology Review, 88, 102065. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2021.102065
Humphreys, K. L., LeMoult, J., Wear, J. G., Piersiak, H. A., Lee, A., & Gotlib, I. H. (2020). Child maltreatment and depression: A meta-analysis of studies using the Childhood Trauma Questionnaire. Child Abuse & Neglect, 102, 104361. https://doi.org/10.1016/j.chiabu.2020.104361
Mann, F., Wang, J., Pearce, E., Ma, R., Schlief, M., Lloyd-Evans, B., Ikhtabi, S., & Johnson, S. (2022). Loneliness and the onset of new mental health problems in the general population. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology, 57, 2161–2178. https://doi.org/10.1007/s00127-022-02261-7
Marx, W., Penninx, B. W. J. H., Solmi, M., Furukawa, T. A., Firth, J., Carvalho, A. F., & Berk, M. (2023). Major depressive disorder. Nature Reviews Disease Primers, 9, Article 44. https://doi.org/10.1038/s41572-023-00454-1
National Institute for Health and Care Excellence. (2022). Depression in adults: Treatment and management (NICE Guideline NG222). https://www.nice.org.uk/guidance/ng222
Nuño, L., Gómez-Benito, J., Carmona, V. R., & Pino, O. (2021). A systematic review of executive function and information processing speed in major depression disorder. Brain Sciences, 11(2), 147. https://doi.org/10.3390/brainsci11020147
Osimo, E. F., Baxter, L. J., Lewis, G., Jones, P. B., & Khandaker, G. M. (2019). Prevalence of low-grade inflammation in depression: A systematic review and meta-analysis of CRP levels. Psychological Medicine, 49(12), 1958–1970. https://doi.org/10.1017/S0033291719001454
Watkins, E. R., & Roberts, H. (2020). Reflecting on rumination: Consequences, causes, mechanisms and treatment of rumination. Behaviour Research and Therapy, 127, 103573. https://doi.org/10.1016/j.brat.2020.103573
